h1

Θεάτρου σφράγισις (έργον δια έναν κομπάρσον)

13 Ιουλίου, 2009

Βαρέως έσυρε την εξώπορταν ο δημοτικός αστυνόμος. Βαρύθυμος και παραπονεμένος. Όλο τοιούτας ενεργείας τον διέταζαν να εκτελεί…
Οι δικαστικοί κλητήραι κι ο εισαγγελεύς που εσυνόδευε, ο αστυφύλαξ που παρίστατο παραδειγματικώς ήτο χαλαρότατοι, ως πάντοτε. Τους εζήλευσε ως εζήλευε κάθε αστυφύλακαν, κάθε κλητήραν και κάθε εισαγγελέαν που εκαλείτο να συνοδεύσει…
Η θύρα έκλεισε παταγωδώς. Ο κλητήρ μελέτησε το σχήμα των χειρολαβών ίνα αποτρέψει αναποτρέπτως τας θύρας από μελλοντικήν απόπειρα διάνοιξής.
Ο εισαγγελεύς, υπερόπτης της καταστάσεως εσημείωσε τα τυπικά κι ο αστυφύλαξ, με αξιοθαύμαστον αφοσίωση στο καθήκον, έξυσε την μύτην του.
Τους εζήλευσεν δια την ομαδόν ατάραχον στάσιν των. Ήτο, προφανώς, αντίθετος από την ιδικήν του.
Ο προβληματισμός του αναμεμειγμένος με ένα ασήκωτο συναίσθημα τον έκαμε δυστυχή. Έβγαλε το τζόκεϋ κι άφησε τον ήλιο να τον τιμωρεί με την ένταση των μεσημεριανών του ακτινών. Οι παραβρισκόμενοι ξεκίνησαν ν’ αποχωρούν: ο κλητήρ πρώτος και βιαστικός, κατόπιν ο αστυφύλαξ, ύστερα οι συγκεντρωθέντες περίεργοι και τέλος ο ανοικοδομήσας τον χώρον παραβάτης.
Ο εισαγγελεύς, μετά την αποχώρησιν όλων και ως να ενθυμήθει κάτι τις σημαντικόν, άφησε την υπεροψίαν του στο έδαφος και ρώτησε τον δημοτικόν αστυνομικόν:
– Τα είχε βγάλει τα ευπαθή από το ψυγείο;

Με όλην του την ταραχήν συγκεντρωμένην στο άκρον του άνω χείλους έγνευσε θετικώς ο αστυνομικώς. Ο εισαγγελεύς απεστράφη κι απομεκρύνθη προτού το χείλι σκάσει σε δάκρυον.
Τω όντι!
Τροφαί ή άλλα ευπαθή δεν αφέθησαν εντός του χώρου. Το ευπαθέστερον όλων ίστατο εκτός τού, έμπροσθεν της θύρας, δίχως προφύλαξην από τον σκληρόν ήλιον του Ιουλίου, αφημένος να δακρύζει ακόμη κι από τον – ξανά – υπερόπτην εισαγγελέαν.
Τί του θυμήθηκε;

Που κάποτες ονειρεύθηκε να ανεβαίνει στην σκηνήν και να μιλάει ωραία και τώρα, με θαμμένα όνειρα κάτω από πλούσια (για τις υπηρεσίες του) αμοιβή, βρέθη κρίκος στερνός μιας αδιαφόρου αλυσίδος, να κλείει δια παντός ενός θεάτρου την εξώπορτα.

Χωρίς σ’ αυτό ρόλον ποτές καλόν αυτός να παίξει.

h1

Πύγου πηγή ουρανία

9 Ιουλίου, 2009

Ο τρίτος όροφος είχε μετατραπεί σε υδατόπτωσιν. Πηγή οχλήσεως δια την εύρυθμον λειτουργίαν της μεσημβρινής ανάπαυσης.
Από την λίγην σκιάν του αντίκρυ πλατυσκάλου μου έγνευσαν οι αγαπητοί να προσεγγίσω θωρώντες με εξερχόμενον του υπογείου μου να βλασφημώ τους ουρανίους καταρράκτας οίτινες ετάραζαν την απογευματινή μου ψυχήν. Ύβριζα με περιφράσεις που σχολίαζαν το απών πνεύμα γειτονίας των ενοίκων του τρίτου ορόφου! Αυτών των – αγνώστων μου – κάφρων.
Διασχίζων τον σκαλώδη πεζοδρόμον βρήκα τους αγαπητούς μου μαθητάς να ανωθρώσκουν μειδιώντες ως ζαβολιάρηδες καλικαντζάροι. Έστρεψα το βλέμμα μου στην ίδιαν κατεύθυνση μετ’ αυτών.
Μια ισχυρή γαλήνη ξέπλυνε δροσιστικώς – ως υδατόπτωση – και διόρθωσε την ψυχική μου παρέκκλισιν… Η καθέτως γειτνιάζουσα νεαρή του τρίτου ορόφου – αμέριμνη και ελαφρώς μειδιούσα προς ημάς κλεφτά – κρατούσα λάστιχο ποτίσματος και σκούπα έπλενε το μπαλκονάκι της. Το ξέχειλο σορτσάκι, που απεκάλυπτε παρά έκρυβε, τράβηξε το βλέμμα από το γενικόν και το κατήυθυνε στην ωρισμένη θέση δια την οποία προορίζετο…

Είναι φαινόμενον παράξενο και ασυνάρτητον συνάμα, η επιρροή στον ψυχισμόν όπου ασκεί ο κώλος.

h1

Αποχέσαντες

8 Ιουλίου, 2009

Δηλώσαν πλείστοι ευήθεις, φερέλπιδες και σπουδαγμένοι «νέοι» την αγανάκτησίν των και την απέχθειαν προς την χώραν τούτην την οπισθοδρομούσαν και άτεγκτον, την γεροντοκρατούμενον και διαφθαρμένην, την γιομάτην ελλειπείς υπαλληλίσκους χρηματιζομένους κι ανεκπαιδεύτους «μπάτσους» φονικούς, εργοδότας βιτριόλιους και ρατσιστάς εργαζομένους, την χώραν την πλήρη αγραμμάτων κι ανεγκεφάλων, την κατοικουμένη από καταστρέφοντας το δομημένον και κατακαίοντας το δασώδες – ώστε κι εκείνο να δομήσωσι – περιβάλλον, την χειμαζομένην εκ κομπιναδόρων καταρτιζόμενων του ΟΑΕΔ και κρατικοδίαιτων οδοκλειόντων αγροτών.

Έκραξον οι υπαμοιβόμενοι νιοι και νιες. Έκλαυσαν τας σπουδάς αυτών, τους μόχθους των φροντιστηρίων και των βασανιστικών εξεταστικών. Δάκρυσαν επί μεταπτυχιακών τίτλων κι αφθόνων τεκμηριώσεων της γνώσης των. Επί των επτακοσίων των ευρών ουρλιάξαν κι επί του δυσπροσίτου εργασιακού παραδείσου των ονείρων των – του Δημοσίου του ΜηΠτωχαίνοντοςΠοτές κατά τας γονικάς ρήσεις τες συνοδεύουσες λεκτικούς οργασμούς περί της μοναδικότητος των απογόνων.

Κι οι απόγονοι, λοιπόν, έκραξαν. Έκλαυσαν. Δάκρυσαν. Ουρλιάξαν. Κι εισακούσθησαν!!! Αδικημένοι φιγουράρισαν στα πορτραίτα των Γενεών, με τα θλιμμένα των μούτρα να γιομίζουν ενοχάς τους αδικούντες!

Κι εκείνην την ωραίαν ηλιόφωτον Κυριακή, άλλος εις γάμον πήγεν, άλλος εις τριήμερον αναψυχήν, άλλος μετά φίλων εις φρεντοτσίνους παραλίας, άλλος εσκέφθη τας επιλογάς αυτού κι ούτε ένας δεν του έκαμνε (ως την πριγκηπέσσαν που ουδέναν μνηστήραν ήβρεν άξιον της μούνας της κι εν τέλει της δώκανε τον βρωμερόν ζητιάνον), άλλος ουδέν εσκέφθη καν μα ήξευρε – σοφά – πως ούλοι ίδιοι είναι…

Τούτοι οι φωνασκούντες γερονεανίες των δεκαοκτώ ως τριαντακάμποσο απήλαυσαν την Κυριακήν ετούτην, ως οφείλει να απολαμβάνει κανείς το δώρον των πατρικών αγώνων και την εορτήν των πατρικών επιλογών. Αφήκαν τους εορτάζοντας να επιλέξωσι αντ’ αυτών… Άλλωστε οι μπαμπάδες κι οι μαμάδες ξεύρουν να διαλέγωσι καλώς.

Η Δημοκρατία, φαίνεσθαι – κι εκτός των άλλων – είν’ πολίτευμα χειρωνακτικόν. Άλλως δεν ερμηνεύεται η αποχή των «νέων».

h1

Εκλογείς

8 Ιουνίου, 2009

Ως τες παλαιές γραίες γιαγιάδας, οίτινες μετά φακέλου στην ποδιάν προσφραγισθέντος εισέρχοντο εις το παραβάν, ούτως ωφείλωμε να στέλνουμε τους πατεράδες υμών στες κάλπες.

Εταΐσθησαν υπό ρητόρων και υπό λωποδυτών έτη πολλά και τούτο τους εστέρησεν την ικανότηταν ν’ αποσυνδέουν το παραβάν από την παράβασιν και την κάλπην από το κάλπικον. Εισέρχονται λοιπόν, υβρίζοντες και πτύοντες πολιτικάς τερατείας ως ο δικομματισμός και τα παράγωγά του κι εξέρχονται κατόπιν μετά χαράς που την πτύελόν τους επανασυνέλεξαν εις το – μετανοηθέν, πλέον – στόμα και κατήπιαν.

Επανεφευρίσκουν κατόπιν – και αναλόγως των τελικών αποτελεσμάτων – ιδεολογικές ταυτότητες, κοινωνικάς προκαταλήψεις και λοιπά αγαθά της Δημοκρατίας, η οποία με ακρίβειαν επιβάλλει την πλειοψηφούσαν επιθυμίαν.

Καημένοι μας πατέρες… Κρίμας την δυνατότηταν του εκλέγειν να μην την έχετε κάπως αγοράσει. Έχομεν πλέον διδαχθεί πώς σκλάβοι απελεύθεροι – ως ημείς οι Έλληναι – το τσάμπα δεν το εκτιμούμεν…

Ελλάς δημοκρατιζομένη.....

Ζήτω η Δημοκρατία, παππού Αριστοτέλη, κι όλα όσα σε τρόμαζαν σ’ αυτήν.

h1

Εσκοτώθη ο Αλέξανδρος (ή Gregory)…

14 Δεκέμβριος, 2008

… ο Αλέξης με τον θειόν του τον Αλέκον, μοναχά τες φαντασιακάς των οργισθέντων ψήφους προσμετρώσι.

Κρίμας.

Η μετονομασία ως επανάστασις….. Έτσι ήλλαζαν ονόματα χωρίον επί δικτατορίας, θαρρώ.

Μέχρι και επικοινωνιακόν πίπιλισμα μου υποπτεύει η εξαναγκαζομένη τυχαίος συνωνυμία μετά του ενός. Φεύ! Συνομοσιολογώ ανοήτως!

h1

Επιτέλους…..

11 Δεκέμβριος, 2008

…. ιδού εν κράτος υπεύθυνον να προστατεύει ημάς από το κράτος ημών.

h1

Παράξεναι φωναί….

10 Δεκέμβριος, 2008

….μου ομιλούν εις τον ύπνον μου.

Επροχθές περιδιάβαινα την πόλιν μου κι αντίκρυζα αμέριμνους τους κάτοικους να πίνουν τον καϊφέ εις την Αγίου Νικολάου, (είς Τσίμπο και Ιντεάλ, δια τους γνώστας) με θαυμάσιον φόντο φλεγόμενα οδοφραγματικά απορρίματα.

Σήμερον, μακράν της πόλεώς μου – εις το κέντρον της χώρας ων – ήκουσα εις τους διαύλους πως οι ίδιοι οι ρωφώντες τον εσπρέσσον αντέκρουσαν το ερυθρόν φασισταριό με ομοίας μεθόδους και αρωγήν μαύρου φασισταριού.

Μπας και το είδα εις εφιάλτην;