Archive for the ‘Blogroll’ Category

h1

Έχοντες.

13 Ιουλίου, 2010

Το λεωφορείον περίμενε εις το σταθμό του Κιάτου τους υπεράριθμους αποβιβασθέντες του εξ’ Αθηνών συρμού.

Ο οδηγός, ήρεμος, με τον δικαιωματικόν φραπέν και το δικαιωματικόν τσιγάρο εις τες χείρες του, θωρούσε μεταξύ άλλων ταλαιπωρημένων επιβατών (ξένων κυρίως, μαθημένων πως τα τρένα κάνουν καλά την εργασίαν της μετακινήσεως) τα ταλαίπωρα μεν, θαυμαστά δε, κολωμέρια μιας καλλονής μεσογειακού τύπου μεν, ξενόγλωσσης δε.

Οι επιβάται, οχληροί και διαμαρτυρόμενοι ως είθισται, αμετροεπείς και φωνασκούντες δια το δικαίωμα επιβιβάσεώς των εις το αναμμένον μεν, αναμένον δε, λεωφορείον δια Πάτραν, παρενέβαιναν μεταξύ του αναμένοντος οδηγού και της καλλονής αυτού. Ο προϊστάμενος, ξαναμμένος από τους διαλόγους εντάσεως μετά των ξενογλώσσων, οι οποίοι ανεξαρτήτως εθνικότητας και φυλετικής προελεύσεως του εξακόντιζαν φράσεις σε άπταιστα μεν, ακατάληπτα δι’ αυτόν δε, εγγλέζικα, προσέγγισε τον υφιστάμενόν του οδηγόν καλώντας σε βοήθειαν.

«Ξέρεις αγγλικά», απελπισμένος ρώτησεν.

«Αν ήξερα, εδώ θα καθόμουνα, ρε προϊστάμενε», απεκρίθη ο οδηγός ρωφών μιαν τζούραν και αγναντεύων την, ένεκα αγλωσσομάθειας απολεσθείσα, καλλονή.

Το λεωφορείον, ως επέτασσε η αυτοσχέδιος μαεστρία και το κριτήριον του προϊσταμένου, επιβίβασεν κατά προτεραιότηταν λευκούς κι ελληνοφώνους επιβάτας (και των δύο φύλων), έπειτα τουρίστας κομψούς κι ηλικιωμένους και πλήρες θέσεων ανεχώρησε δια Πάτραν κι ενδιαμέσους προορισμούς.

Η καλλονή – ανήκουσα εις την ομάδαν τουριστών που οι ιθαγενείς καλούν «άπλυτους» οι δε ξενόγλωσσοι «bag packers» – δεν περιελήφθη εις τους επιβαίνοντας. Ομοίως, απερρίφθησαν οι έχοντες όψην «φοιτητικήν» και, ασφαλώς, οι μελαψοί τουρίστες διαρκείας, αποκαλούμενοι και μετανάσται.

Ο οδηγός, απαθής και ρωφών την τελευταίαν γουλιάν του γλυκόγαλου ροφήματός του, ατένισεν την καλλονή να στρέφεται, στρυφνή μεν, σιωπηλή δε, αποδεχόμενη την μοίραν της υπερωριαίας αναμονής του επομένου λεωφορείου.

Ο προϊστάμενος, καθήμενος δίπλα του, ασθμαίνων και ερυθρός, ξεφύσησε κι αμέσως του απευθύνθη.

«Και, λέει, θα κάνει σχέδιο εξυγίανσης! Εμείς φταίμε τώρα! Δεν έρχεται να δει τι τραβάμε, που λένε όλοι ότι παίρνουμε πολλά!»

Ήδη έχοντας βάλει την πρώτην ταχύτητα και περνών μπροστά από την σκυθρωπή πλέον καλλονήν, ξεφύσυσε με διαφορά φάσης ο οδηγός χωρίς τσιγάρον να καπνίζει, χωρίς φραπέν να ροφά.

«Δίκιο δεν έχω, μωρέ;» επέμενε ο προϊστάμενος.

Ο οδηγός, ολίγο σκυθρωπός κι αυτός, κούνησε την κεφαλή συγκαταβατικά:

«Ναι, μωρέ, με τις καριόλες…»

Advertisements
h1

Αποφευχθέν ατύχημα

29 Ιουνίου, 2010

Ήτο ημέρα απεργίας γενικής κι ολοσχερούς.

Πλήθη – ή, ίσως και, στίφη – εργαζομένων γιόμιζαν τες κεντρικές οδούς και την πολιτειακήν πλατείαν της πρωτευούσης, κρατώντες πανό και κραδαίνοντες σημαίες του αγώνος και άλλων ευφάνταστων ροπαλικών χρήσεων.

Η συνομιλία μετά της συνοδού μου, με άργησε από το να προσέξω κάτι τις το παράωρον και το ασύνηθες.

Ως οικογένειαι ομοίαζαν οι παρευρισκομένοι ούλοι… Γονείς και τέκνα αυτών συντεριασμένα. Ηλικίαι αποκλειστικώς άνω των πεντήκοντα και κάτω των εικοσιπέντε έβλεπε κανείς παραταγμένες στες οδούς ή αράζουσες εις τα παρακείμενα πεζοδρόμια.

Έλειπε μια κατηγορία ηλικιακή, σχετικώς ευρεία και πολυμελής.

Το θέαμα με ξένισε. Είχα καιρό να παραβρεθώ εις αγώνας παροδίους, όμως.

Το ξανακοίταξα με μεγαλύτερην επιμέλεια πριν το μοιραστώ με τη βαδίζουσα συνοδόν του περιπάτου μου. Κι εξακριβώθη η πρώτη σκέψις μου.

Πλησιάζοντας την Αλεξάνδρας εσταμάτησα κι ανερωτήθην πάλι, εξωστρεφώς την φοράν ετούτην. Η συνοδός εκοντοστάθη κι εκείνη. Ήκουσε την διερώτησίν μου κι απεκρίθη:

«Δια να μπορούν να απεργούν όλοι αυτοί οι βολεμένοι (εις φοιτητάς κι εργαζομένους των ΔΕΚΟ ανεφέρετο η βλάσφημη…!) κάποιοι από μας πρέπει να δουλέψουν και σήμερα.»

Έπειτα, απτόητος συνέχισεν το βήμα της κι, επιταχύνουσα ολίγον, εβιάσθη να πάει προς τον της εργασίας της τόπον. Ως εδιέχιζε την Αλεξάνδρας – μαθημένη εις την κεκτημένη προτέρως απουσίαν οχημάτων – παρολίγον να βασανίσει έναν ντελιβεράν.

Εβιάζετο κι εκείνος κάποια παραγγελίαν, μάλλον, να διακομίσει…

Ο αληταράς ο απεργοσπάστης.

h1

Άρνησις

26 Μαΐου, 2010

Ο πατήρ – πάσχων διεγνωσμένως από διαβήτην – συνέχιζε να πίνει το καλό κρασάκι που αλλότριος φίλος αυτού του είχε προσκομίσει από τ’ αμπέλια του τα καλά στην Αιγιάλειαν.

Το χρώμα του οίνου ροδαλόν και το κρασί ρετσινωμένο, ως εις τον πατέραν ήρεσε – κι ακόμ’ αρέσει. Η μήτηρ, ευρωπαία την καταγωγήν, άρα στρυφνή κι επίμονος, του εζητούσε να κάμει καμιάν εξέτασιν , να πίνει λίγο πιο λίγο κι ακόμη λιγότερο και ούτω καθ’ εξής…

Εκείνος οργίζετο, εχτυπούσε και την χείραν στο κοινό τραπέζι: «Άσε με, ρε γυναίκα, ήσυχο, επιτέλους! Το πολύ – πολύ να πεθάνω και να μου πάρεις και τη σύνταξη μια ώρα αρχύτερα!»

Μετά από το κρασάκι του κατέβαζε και μισό κιλό φασκόμηλο – που κάποιος φίλος του καλός του είπε πως περιορίζει το ζάχαρο πολύ κι επιτρέπει την πόση και βρώση των απηγορευμένων καρπών της του διαβητικού διαβίωσης. Και δώσ’ του το κρασάκι και δώσ’ του το θεραπευτικό φασκόμηλο από πάνω.

Εκείνη μουρμούριζε ή του έριχνε κάνα βρισίδι κανονικότατο, μισομιλώντας εγγλέζικα. Εφωνάζανε κι οι δυο για λίγο, επήγαινε για ύπνο αυτός κι εσυνεχιζόταν η ρουτίνα τους.

Περνούσεν ο καιρός κι άρχισε να παθαίνει διάφορα μικροατυχηματάκια ο πατήρ. Μια πήγαινε να κατέβει τα σκαλιά και κακοπάταγε, μια πήγαινε να πιάσει το ποτήρι με το κρασί και δεν το έβρισκε καλά και τό ‘χυνε στο τραπέζι και άλλα τέτοια ασόβαρα. Καμιά φορά γυρνούσε σπίτι έχων σκοντάψει και χτυπήσει με γρατσουνιές αδικαιολόγητες για άντρα τέτοιου μεγέθους και τέτοιας ηλικίας. Η μάνα υποψιάστηκε: «Δεν πας να δεις τα μάτια σου» του λέει, «το ζάχαρο επηρεάζει και την όραση». Τίποτε ο πατέρας. Όρθωνε την αρβανίτικη λεβεντιά του, φωνασκούσε κι αρνιόταν να γίνει αυτός, ένας κυρίαρχος άνθρωπος, υποχείριο του γιατρούλη… Του όποιου γιατρούλη.

Όταν πλέον πήρε την απόφαση, ανήμπορος ουσιαστικά να αυτοεξυπηρετηθεί (ούτε εξήντα χρονών, όμως!) και τον πήρε η γυναίκα στο γιατρό, είπεν αυτός ο ιατρός, έκπληκτος και σοκαρισμένος: «Τέτοια μάτια, πλέον, μόνο στον τρίτο κόσμο βλέπουμε! Μα, καλά, τόσο καιρό που δεν έβλεπες, γιατί δεν ερχόσουν;»

Σκυθρωπός, τιμωρημένος, αναξιοπρεπής μπροστά στο κατσάδιασμα του ξένου ανθρώπου, σιγομουρμούριζε πως δεν είχε καταλάβει ακριβώς κι άλλες τέτοιες φράσεις εξομολογήσεως… Απεφασίσθει να του κάμουν λέιζερ, μιαν επώδυνον θεραπείαν που υπέμεινε στωικώς κι αξιοπρεπώς ενώ, ταυτοχρόνως, αναπροσήρμοζεν το βίον του στας ανάγκας τούτης της νέας καταστάσεως.

Επέρασαν έτη έκτοτε και τώρανες ακμάζει στην νέαν του κατάστασιν. Η αδιόρθωτος υγεία του δεν επανορθώθη, δεν ήτο επιστημονικώς δυνατόν αυτό. Ορθώθη, όμως, η αξιοπρέπεια κι η δύναμις αυτοσυντήρησής του.

Παρά την περιπέτειαν και την αυτονόητον εμπλοκήν της οικογενείας όλης στον μαραθώνιον αυτόν, ο ίδιος, υποψιάζομαι, δεν άλλαξε μυαλόν. Αραιά και πού τον καταστρεπτικόν του πρότερον της ασθενείας βίον νοσταλγεί ως «καλές εποχές». Δεν έκαμε ποτές του τη διασύνδεση αιτίου – αποτελέσματος στα της υγείας του πράγματα. Και, πού και πού, κρυφά, ασφαλώς, κατεβάζει τα ποτηράκια του.

Κι έπειτα περιμένουμεν εμείς να κόψει τας καταστρεπτικάς του συνηθείας ένας ολάκερος λαός μ’ ενός γιατρού την επίβλεψιν;

Απορούμεν που παρά την καταστροφή της οράσεως, διαμαρτυρόμεθα στον πόνον της θεραπείας;

Τοιούτους ανθρώπους παιδαγώγησεν το λεγόμενον – από τους δημιουργούς του, κυρίως – και «σύστημα». Τούτο το «σύστημα» – που  δια την συνέχισίν του αλλαλάζουνε τα πλήθη, βιαιπραγούν οι οργανωμένοι και καίγονται κάδοι και ασφυκτιούν ανθρώποι και απειλούν ολίγιστοι ότι θα καταστρέψουν τα πάντα – το «σύστημα» τούτο απέσυρεν τον πανίσχυρο άνδρα από την παραγωγικήν εργασίαν στα σαρανταοκτώ του έτη και τον κατέστησε αναξιοπαθούντα γέροντα χρήζοντα ιατρούς από τα πενηνταπέντε του…

h1

Αμαρτίαι γονέων

16 Φεβρουαρίου, 2010

Εις τους βυζαντινούς καιρούς, κατά τους κύκλους των δυναστειών εφαίνετο πειραματικώς να επαληθεύεται το – συντηριτικόν, μάλλλον – ρητόν περί της τοκοχρεωλυσίας των αμαρτωλών πράξεων από γενεάς εις γενεάν.

Έτη πολλά αργότερα – εις καιρούς εξίσου βυζαντινούς και δυναστικούς – αι αμαρτίαι ενός γονέως θα βασάνιζαν τον υιόν αυτού. Και, λόγω της του πατρός θαυματουργικής ισχύος, αι αμαρτίαι μιας ολάκερης γενεάς θα κατέτρωγαν τες των τέκνων ζωάς.

Ο – όποιος… – ελληνισμός, τελικά, επορεύετο συχνά δια της μεταχρονολογήσεως των αμαρτιών του….

h1

Θεάτρου σφράγισις (έργον δια έναν κομπάρσον)

13 Ιουλίου, 2009

Βαρέως έσυρε την εξώπορταν ο δημοτικός αστυνόμος. Βαρύθυμος και παραπονεμένος. Όλο τοιούτας ενεργείας τον διέταζαν να εκτελεί…
Οι δικαστικοί κλητήραι κι ο εισαγγελεύς που εσυνόδευε, ο αστυφύλαξ που παρίστατο παραδειγματικώς ήτο χαλαρότατοι, ως πάντοτε. Τους εζήλευσε ως εζήλευε κάθε αστυφύλακαν, κάθε κλητήραν και κάθε εισαγγελέαν που εκαλείτο να συνοδεύσει…
Η θύρα έκλεισε παταγωδώς. Ο κλητήρ μελέτησε το σχήμα των χειρολαβών ίνα αποτρέψει αναποτρέπτως τας θύρας από μελλοντικήν απόπειρα διάνοιξής.
Ο εισαγγελεύς, υπερόπτης της καταστάσεως εσημείωσε τα τυπικά κι ο αστυφύλαξ, με αξιοθαύμαστον αφοσίωση στο καθήκον, έξυσε την μύτην του.
Τους εζήλευσεν δια την ομαδόν ατάραχον στάσιν των. Ήτο, προφανώς, αντίθετος από την ιδικήν του.
Ο προβληματισμός του αναμεμειγμένος με ένα ασήκωτο συναίσθημα τον έκαμε δυστυχή. Έβγαλε το τζόκεϋ κι άφησε τον ήλιο να τον τιμωρεί με την ένταση των μεσημεριανών του ακτινών. Οι παραβρισκόμενοι ξεκίνησαν ν’ αποχωρούν: ο κλητήρ πρώτος και βιαστικός, κατόπιν ο αστυφύλαξ, ύστερα οι συγκεντρωθέντες περίεργοι και τέλος ο ανοικοδομήσας τον χώρον παραβάτης.
Ο εισαγγελεύς, μετά την αποχώρησιν όλων και ως να ενθυμήθει κάτι τις σημαντικόν, άφησε την υπεροψίαν του στο έδαφος και ρώτησε τον δημοτικόν αστυνομικόν:
– Τα είχε βγάλει τα ευπαθή από το ψυγείο;

Με όλην του την ταραχήν συγκεντρωμένην στο άκρον του άνω χείλους έγνευσε θετικώς ο αστυνομικώς. Ο εισαγγελεύς απεστράφη κι απομεκρύνθη προτού το χείλι σκάσει σε δάκρυον.
Τω όντι!
Τροφαί ή άλλα ευπαθή δεν αφέθησαν εντός του χώρου. Το ευπαθέστερον όλων ίστατο εκτός τού, έμπροσθεν της θύρας, δίχως προφύλαξην από τον σκληρόν ήλιον του Ιουλίου, αφημένος να δακρύζει ακόμη κι από τον – ξανά – υπερόπτην εισαγγελέαν.
Τί του θυμήθηκε;

Που κάποτες ονειρεύθηκε να ανεβαίνει στην σκηνήν και να μιλάει ωραία και τώρα, με θαμμένα όνειρα κάτω από πλούσια (για τις υπηρεσίες του) αμοιβή, βρέθη κρίκος στερνός μιας αδιαφόρου αλυσίδος, να κλείει δια παντός ενός θεάτρου την εξώπορτα.

Χωρίς σ’ αυτό ρόλον ποτές καλόν αυτός να παίξει.

h1

Εσκοτώθη ο Αλέξανδρος (ή Gregory)…

14 Δεκέμβριος, 2008

… ο Αλέξης με τον θειόν του τον Αλέκον, μοναχά τες φαντασιακάς των οργισθέντων ψήφους προσμετρώσι.

Κρίμας.

Η μετονομασία ως επανάστασις….. Έτσι ήλλαζαν ονόματα χωρίον επί δικτατορίας, θαρρώ.

Μέχρι και επικοινωνιακόν πίπιλισμα μου υποπτεύει η εξαναγκαζομένη τυχαίος συνωνυμία μετά του ενός. Φεύ! Συνομοσιολογώ ανοήτως!

h1

Επιτέλους…..

11 Δεκέμβριος, 2008

…. ιδού εν κράτος υπεύθυνον να προστατεύει ημάς από το κράτος ημών.