Archive for the ‘πολιτικά’ Category

h1

Εκπρόσωποι τύποις

19 Σεπτεμβρίου, 2010

Ενεφανίσθησαν άλλοτε, μετά μασκών και μεταμφιέσεων, να ανταγωνίζονται (μετά ή άνευ, ποιος ξέρει) άμιλλας και με μάχες υπογείους δια το ποίος εξ’ αυτών θα ήτο νικητής του θησαυρού. Του κρυμμένου. Ποιότηταν εκφράζων ο ένας, ποσότηταν ο άλλος. (Διάφοροι λέγουν για τον πρώτον ότι ούτως εδικτυώθη εις την πόλιν, δια τον δεύτερον πώς έτσι ηύξησε τον πλούτον του…)

Έτη πολλά μετά, πάλιν εις αντιπάλους θέσεις, θα ξιφουλκίσωσι – ο εις με μέτρον ο άλλος πιο χυδαία, «ντόμπρα» που λέει ο κολακευμένος από αμφοτέρους λαός.

Το ποιόν της πόλεως, ωστόσο, θα παραμείνει αναλλοίωτον, μάλλον, όστις εκ των δύο κι αν πρωτεύσει. Η πόλις αυτοπροσδιορίσθη οριστικώς ως Καρναβάλι.

Δεν ξεύρω αν ήτο ποτέ κάτι άλλον, δια να είμαι ειλικρινής.

Advertisements
h1

Αποφευχθέν ατύχημα

29 Ιουνίου, 2010

Ήτο ημέρα απεργίας γενικής κι ολοσχερούς.

Πλήθη – ή, ίσως και, στίφη – εργαζομένων γιόμιζαν τες κεντρικές οδούς και την πολιτειακήν πλατείαν της πρωτευούσης, κρατώντες πανό και κραδαίνοντες σημαίες του αγώνος και άλλων ευφάνταστων ροπαλικών χρήσεων.

Η συνομιλία μετά της συνοδού μου, με άργησε από το να προσέξω κάτι τις το παράωρον και το ασύνηθες.

Ως οικογένειαι ομοίαζαν οι παρευρισκομένοι ούλοι… Γονείς και τέκνα αυτών συντεριασμένα. Ηλικίαι αποκλειστικώς άνω των πεντήκοντα και κάτω των εικοσιπέντε έβλεπε κανείς παραταγμένες στες οδούς ή αράζουσες εις τα παρακείμενα πεζοδρόμια.

Έλειπε μια κατηγορία ηλικιακή, σχετικώς ευρεία και πολυμελής.

Το θέαμα με ξένισε. Είχα καιρό να παραβρεθώ εις αγώνας παροδίους, όμως.

Το ξανακοίταξα με μεγαλύτερην επιμέλεια πριν το μοιραστώ με τη βαδίζουσα συνοδόν του περιπάτου μου. Κι εξακριβώθη η πρώτη σκέψις μου.

Πλησιάζοντας την Αλεξάνδρας εσταμάτησα κι ανερωτήθην πάλι, εξωστρεφώς την φοράν ετούτην. Η συνοδός εκοντοστάθη κι εκείνη. Ήκουσε την διερώτησίν μου κι απεκρίθη:

«Δια να μπορούν να απεργούν όλοι αυτοί οι βολεμένοι (εις φοιτητάς κι εργαζομένους των ΔΕΚΟ ανεφέρετο η βλάσφημη…!) κάποιοι από μας πρέπει να δουλέψουν και σήμερα.»

Έπειτα, απτόητος συνέχισεν το βήμα της κι, επιταχύνουσα ολίγον, εβιάσθη να πάει προς τον της εργασίας της τόπον. Ως εδιέχιζε την Αλεξάνδρας – μαθημένη εις την κεκτημένη προτέρως απουσίαν οχημάτων – παρολίγον να βασανίσει έναν ντελιβεράν.

Εβιάζετο κι εκείνος κάποια παραγγελίαν, μάλλον, να διακομίσει…

Ο αληταράς ο απεργοσπάστης.

h1

Άρνησις

26 Μαΐου, 2010

Ο πατήρ – πάσχων διεγνωσμένως από διαβήτην – συνέχιζε να πίνει το καλό κρασάκι που αλλότριος φίλος αυτού του είχε προσκομίσει από τ’ αμπέλια του τα καλά στην Αιγιάλειαν.

Το χρώμα του οίνου ροδαλόν και το κρασί ρετσινωμένο, ως εις τον πατέραν ήρεσε – κι ακόμ’ αρέσει. Η μήτηρ, ευρωπαία την καταγωγήν, άρα στρυφνή κι επίμονος, του εζητούσε να κάμει καμιάν εξέτασιν , να πίνει λίγο πιο λίγο κι ακόμη λιγότερο και ούτω καθ’ εξής…

Εκείνος οργίζετο, εχτυπούσε και την χείραν στο κοινό τραπέζι: «Άσε με, ρε γυναίκα, ήσυχο, επιτέλους! Το πολύ – πολύ να πεθάνω και να μου πάρεις και τη σύνταξη μια ώρα αρχύτερα!»

Μετά από το κρασάκι του κατέβαζε και μισό κιλό φασκόμηλο – που κάποιος φίλος του καλός του είπε πως περιορίζει το ζάχαρο πολύ κι επιτρέπει την πόση και βρώση των απηγορευμένων καρπών της του διαβητικού διαβίωσης. Και δώσ’ του το κρασάκι και δώσ’ του το θεραπευτικό φασκόμηλο από πάνω.

Εκείνη μουρμούριζε ή του έριχνε κάνα βρισίδι κανονικότατο, μισομιλώντας εγγλέζικα. Εφωνάζανε κι οι δυο για λίγο, επήγαινε για ύπνο αυτός κι εσυνεχιζόταν η ρουτίνα τους.

Περνούσεν ο καιρός κι άρχισε να παθαίνει διάφορα μικροατυχηματάκια ο πατήρ. Μια πήγαινε να κατέβει τα σκαλιά και κακοπάταγε, μια πήγαινε να πιάσει το ποτήρι με το κρασί και δεν το έβρισκε καλά και τό ‘χυνε στο τραπέζι και άλλα τέτοια ασόβαρα. Καμιά φορά γυρνούσε σπίτι έχων σκοντάψει και χτυπήσει με γρατσουνιές αδικαιολόγητες για άντρα τέτοιου μεγέθους και τέτοιας ηλικίας. Η μάνα υποψιάστηκε: «Δεν πας να δεις τα μάτια σου» του λέει, «το ζάχαρο επηρεάζει και την όραση». Τίποτε ο πατέρας. Όρθωνε την αρβανίτικη λεβεντιά του, φωνασκούσε κι αρνιόταν να γίνει αυτός, ένας κυρίαρχος άνθρωπος, υποχείριο του γιατρούλη… Του όποιου γιατρούλη.

Όταν πλέον πήρε την απόφαση, ανήμπορος ουσιαστικά να αυτοεξυπηρετηθεί (ούτε εξήντα χρονών, όμως!) και τον πήρε η γυναίκα στο γιατρό, είπεν αυτός ο ιατρός, έκπληκτος και σοκαρισμένος: «Τέτοια μάτια, πλέον, μόνο στον τρίτο κόσμο βλέπουμε! Μα, καλά, τόσο καιρό που δεν έβλεπες, γιατί δεν ερχόσουν;»

Σκυθρωπός, τιμωρημένος, αναξιοπρεπής μπροστά στο κατσάδιασμα του ξένου ανθρώπου, σιγομουρμούριζε πως δεν είχε καταλάβει ακριβώς κι άλλες τέτοιες φράσεις εξομολογήσεως… Απεφασίσθει να του κάμουν λέιζερ, μιαν επώδυνον θεραπείαν που υπέμεινε στωικώς κι αξιοπρεπώς ενώ, ταυτοχρόνως, αναπροσήρμοζεν το βίον του στας ανάγκας τούτης της νέας καταστάσεως.

Επέρασαν έτη έκτοτε και τώρανες ακμάζει στην νέαν του κατάστασιν. Η αδιόρθωτος υγεία του δεν επανορθώθη, δεν ήτο επιστημονικώς δυνατόν αυτό. Ορθώθη, όμως, η αξιοπρέπεια κι η δύναμις αυτοσυντήρησής του.

Παρά την περιπέτειαν και την αυτονόητον εμπλοκήν της οικογενείας όλης στον μαραθώνιον αυτόν, ο ίδιος, υποψιάζομαι, δεν άλλαξε μυαλόν. Αραιά και πού τον καταστρεπτικόν του πρότερον της ασθενείας βίον νοσταλγεί ως «καλές εποχές». Δεν έκαμε ποτές του τη διασύνδεση αιτίου – αποτελέσματος στα της υγείας του πράγματα. Και, πού και πού, κρυφά, ασφαλώς, κατεβάζει τα ποτηράκια του.

Κι έπειτα περιμένουμεν εμείς να κόψει τας καταστρεπτικάς του συνηθείας ένας ολάκερος λαός μ’ ενός γιατρού την επίβλεψιν;

Απορούμεν που παρά την καταστροφή της οράσεως, διαμαρτυρόμεθα στον πόνον της θεραπείας;

Τοιούτους ανθρώπους παιδαγώγησεν το λεγόμενον – από τους δημιουργούς του, κυρίως – και «σύστημα». Τούτο το «σύστημα» – που  δια την συνέχισίν του αλλαλάζουνε τα πλήθη, βιαιπραγούν οι οργανωμένοι και καίγονται κάδοι και ασφυκτιούν ανθρώποι και απειλούν ολίγιστοι ότι θα καταστρέψουν τα πάντα – το «σύστημα» τούτο απέσυρεν τον πανίσχυρο άνδρα από την παραγωγικήν εργασίαν στα σαρανταοκτώ του έτη και τον κατέστησε αναξιοπαθούντα γέροντα χρήζοντα ιατρούς από τα πενηνταπέντε του…