Archive for the ‘Πατρών’ Category

h1

Εκπρόσωποι τύποις

19 Σεπτεμβρίου, 2010

Ενεφανίσθησαν άλλοτε, μετά μασκών και μεταμφιέσεων, να ανταγωνίζονται (μετά ή άνευ, ποιος ξέρει) άμιλλας και με μάχες υπογείους δια το ποίος εξ’ αυτών θα ήτο νικητής του θησαυρού. Του κρυμμένου. Ποιότηταν εκφράζων ο ένας, ποσότηταν ο άλλος. (Διάφοροι λέγουν για τον πρώτον ότι ούτως εδικτυώθη εις την πόλιν, δια τον δεύτερον πώς έτσι ηύξησε τον πλούτον του…)

Έτη πολλά μετά, πάλιν εις αντιπάλους θέσεις, θα ξιφουλκίσωσι – ο εις με μέτρον ο άλλος πιο χυδαία, «ντόμπρα» που λέει ο κολακευμένος από αμφοτέρους λαός.

Το ποιόν της πόλεως, ωστόσο, θα παραμείνει αναλλοίωτον, μάλλον, όστις εκ των δύο κι αν πρωτεύσει. Η πόλις αυτοπροσδιορίσθη οριστικώς ως Καρναβάλι.

Δεν ξεύρω αν ήτο ποτέ κάτι άλλον, δια να είμαι ειλικρινής.

Advertisements
h1

Θεάτρου σφράγισις (έργον δια έναν κομπάρσον)

13 Ιουλίου, 2009

Βαρέως έσυρε την εξώπορταν ο δημοτικός αστυνόμος. Βαρύθυμος και παραπονεμένος. Όλο τοιούτας ενεργείας τον διέταζαν να εκτελεί…
Οι δικαστικοί κλητήραι κι ο εισαγγελεύς που εσυνόδευε, ο αστυφύλαξ που παρίστατο παραδειγματικώς ήτο χαλαρότατοι, ως πάντοτε. Τους εζήλευσε ως εζήλευε κάθε αστυφύλακαν, κάθε κλητήραν και κάθε εισαγγελέαν που εκαλείτο να συνοδεύσει…
Η θύρα έκλεισε παταγωδώς. Ο κλητήρ μελέτησε το σχήμα των χειρολαβών ίνα αποτρέψει αναποτρέπτως τας θύρας από μελλοντικήν απόπειρα διάνοιξής.
Ο εισαγγελεύς, υπερόπτης της καταστάσεως εσημείωσε τα τυπικά κι ο αστυφύλαξ, με αξιοθαύμαστον αφοσίωση στο καθήκον, έξυσε την μύτην του.
Τους εζήλευσεν δια την ομαδόν ατάραχον στάσιν των. Ήτο, προφανώς, αντίθετος από την ιδικήν του.
Ο προβληματισμός του αναμεμειγμένος με ένα ασήκωτο συναίσθημα τον έκαμε δυστυχή. Έβγαλε το τζόκεϋ κι άφησε τον ήλιο να τον τιμωρεί με την ένταση των μεσημεριανών του ακτινών. Οι παραβρισκόμενοι ξεκίνησαν ν’ αποχωρούν: ο κλητήρ πρώτος και βιαστικός, κατόπιν ο αστυφύλαξ, ύστερα οι συγκεντρωθέντες περίεργοι και τέλος ο ανοικοδομήσας τον χώρον παραβάτης.
Ο εισαγγελεύς, μετά την αποχώρησιν όλων και ως να ενθυμήθει κάτι τις σημαντικόν, άφησε την υπεροψίαν του στο έδαφος και ρώτησε τον δημοτικόν αστυνομικόν:
– Τα είχε βγάλει τα ευπαθή από το ψυγείο;

Με όλην του την ταραχήν συγκεντρωμένην στο άκρον του άνω χείλους έγνευσε θετικώς ο αστυνομικώς. Ο εισαγγελεύς απεστράφη κι απομεκρύνθη προτού το χείλι σκάσει σε δάκρυον.
Τω όντι!
Τροφαί ή άλλα ευπαθή δεν αφέθησαν εντός του χώρου. Το ευπαθέστερον όλων ίστατο εκτός τού, έμπροσθεν της θύρας, δίχως προφύλαξην από τον σκληρόν ήλιον του Ιουλίου, αφημένος να δακρύζει ακόμη κι από τον – ξανά – υπερόπτην εισαγγελέαν.
Τί του θυμήθηκε;

Που κάποτες ονειρεύθηκε να ανεβαίνει στην σκηνήν και να μιλάει ωραία και τώρα, με θαμμένα όνειρα κάτω από πλούσια (για τις υπηρεσίες του) αμοιβή, βρέθη κρίκος στερνός μιας αδιαφόρου αλυσίδος, να κλείει δια παντός ενός θεάτρου την εξώπορτα.

Χωρίς σ’ αυτό ρόλον ποτές καλόν αυτός να παίξει.

h1

Πύγου πηγή ουρανία

9 Ιουλίου, 2009

Ο τρίτος όροφος είχε μετατραπεί σε υδατόπτωσιν. Πηγή οχλήσεως δια την εύρυθμον λειτουργίαν της μεσημβρινής ανάπαυσης.
Από την λίγην σκιάν του αντίκρυ πλατυσκάλου μου έγνευσαν οι αγαπητοί να προσεγγίσω θωρώντες με εξερχόμενον του υπογείου μου να βλασφημώ τους ουρανίους καταρράκτας οίτινες ετάραζαν την απογευματινή μου ψυχήν. Ύβριζα με περιφράσεις που σχολίαζαν το απών πνεύμα γειτονίας των ενοίκων του τρίτου ορόφου! Αυτών των – αγνώστων μου – κάφρων.
Διασχίζων τον σκαλώδη πεζοδρόμον βρήκα τους αγαπητούς μου μαθητάς να ανωθρώσκουν μειδιώντες ως ζαβολιάρηδες καλικαντζάροι. Έστρεψα το βλέμμα μου στην ίδιαν κατεύθυνση μετ’ αυτών.
Μια ισχυρή γαλήνη ξέπλυνε δροσιστικώς – ως υδατόπτωση – και διόρθωσε την ψυχική μου παρέκκλισιν… Η καθέτως γειτνιάζουσα νεαρή του τρίτου ορόφου – αμέριμνη και ελαφρώς μειδιούσα προς ημάς κλεφτά – κρατούσα λάστιχο ποτίσματος και σκούπα έπλενε το μπαλκονάκι της. Το ξέχειλο σορτσάκι, που απεκάλυπτε παρά έκρυβε, τράβηξε το βλέμμα από το γενικόν και το κατήυθυνε στην ωρισμένη θέση δια την οποία προορίζετο…

Είναι φαινόμενον παράξενο και ασυνάρτητον συνάμα, η επιρροή στον ψυχισμόν όπου ασκεί ο κώλος.

h1

Σερβιτόραι.

29 Αύγουστος, 2008

Εις κήπον πολυεπίπεδον και πλήρη ανακλίντρων εσύρθην από φίλους. Τα πάλλευκα μαξιλάρια – ενθύμια τουρκοκρατίας, φτηναί αντιγραφαί λάουντζ – ήτο πλήρη ανθηρών κορασίδων – επίσης αντιγράφων μα επ’ ουδενί φθηνών!

Περιπάτησα την γούρναν. Υπελόγισα το σπαταληθέν ύδωρ επρόσθεσα τες συνειδήσεις των συνδαιτημόνων και το ισοζύγιον έφερε νικήτριαν την οικολογίαν.

Εκαθίσαμεν στον χείριστον των χώρων καθώς το ύψος της καταναλώσεώς μας δε δικαιολογούσε πολυτελήν τοποθέτηση. Ενεφανίσθη μια γκαρσόνα. Με ενικούς και άλλες ψευδείς οικειότητες μας απέσπασε τες παραγγελίες. Τις τρίτες ημών επιλογάς, καθότι τες δύο πρώτες δεν ημπορούσε να ικανοποιήσει η πτωχή κάβα του ακριβού τούτου χώρου.

Η γκαρσόνα και η εγγενής αυτής αγένεια επέστρεψαν ταυτοχρόνως. Παρεδόθησαν τα ακριβά πιοτά και τα συνόδευσε η φθήνια των πίνατς. Η γκαρσόνα αρκετάς φοράς επλησίασε να ελέγξει – πιθανώς – την τήρησιν του πρωτοκόλλου. Εικάζω πως αι επιδόσεις ημών την εξέγειραν. Η αγένειά της εμεταβλήθη εις υπεροψίαν.

Πολλαί κορασίδαι παρασύρουν τον εαυτόν τους στην δίνην της δόξης. Ως γκαρσόνες πολυτελών – τάχα μου – καταστημάτων βιώνουν αίγλην τρομερήν και, κυρίως, αυτοκαταναλισκόμενην. Ποζάρουνε και στρέφονται, επικροτούν και απορρίπτουσι διαφόρους καταναλώτας των υπηρεσιών των. Εις την πόλιν μας είναι σύνηθες αυτό.

Μιαν άλλην φοράν ο καραβίσιος σερβιτόρος της πλατείας, λιγότερο κομψός ή υπερόπτης ασφαλώς, προσκόμισε την ίδιαν ακριβώς παραγγελίαν εις εμέ και εις τον φίλον εμού.

Και με εβοήθησε να καταλάβω πως η υπεροψία μιας ανόητου γκαρσόνας αρκεί δια να χαλάσει την νύκταν, την απόλαυσιν, των αγαθών την γεύσιν…

h1

α. χαιρετισμοί του θέρους

8 Αύγουστος, 2008

Περιπατών παραλίως, εις Ροδινήν ή Λακόπετρα, κοιτάζω εκατέρωθεν τα διάφορα κορμιά των συμπολιτισσών μου. Κορμιά άγνωστα, συνοδοί προσώπων άλλοτε εξίσου αγνώστων, άλλοτε γνωστών και οικείων. Οι συναντήσεις με τα πρόσωπα των κορμιών αυτών πλείστες και απλές στο σχήμα. Είτε ακολουθεί παράλιος χαιρετισμός και στάση περιπάτου προσωρινή προδίδουσα την οικειότητα, είτε ακολουθεί συνέχισις πορείας με βλέμμα, πλέον, συναρτώμενο του κάλλους του κορμιού και μόνον.

Είναι, όμως, κάποιες περιπτώσεις εντελώς ατοποθέτητες στες ανωτέρω δυο κατηγορίες. Είναι πρόσωπα κάποια – αφέντες κάποιων κορμιών – που κάπου και κάπως είναι γνωστά, κάπου και κάπως οικεία, με συγκεκριμένη την πηγή της γνωριμίας μα εντελώς απροσδιόριστην την υπολοιπόμενη μεταξύ μας σχέσην…

Επιστρέφων – από χώρες εσπερινές και πόλεις κοινωνικώτερες – στην πρωτεύουσα, τούτην, πόλη μας, αποπειράθην πολλάκις να διαβώ το χάσμα της απροσδιοριστίας αυτής. Σε παραλίους περιπάτους Ροδινής ή Λακόπετρας, φορών το παλαιό μου μπανιερόν αλλά τον νέον εαυτό μου, τείνω χαμόγελον κι ακολούθως ανατείνω την χείραν ώστε να ορίσω εκ νέου τη σχέσιν σε βάση οικειότητος.

Ω! Τί έκπληξις με καταλαμβάνει πάντοτε, όταν το χαμόγελον προκαλεί στρέψιν του έτερου προσώπου αλλαχού! Φαινόμενον συχνότατο έως αποκλειστικό. Άλλοτε τείνω τη χείραν πρό του χαμογέλου ή ταυτόχρονα. Μάταιοι κόποι και τεχνικές… Δεν είναι φόβητρος η οδοντοστοιχία μου. Απλά, το διάβημα αυτό, το λίγο «γεια» της παλάμης, ανεπιθύμητον είναι.

Αρκούμαι, εν τοιαύτη περιπτώσει, στη θέαση – εάν το κάλλος του κορμιού το βλέμμα συναρτήσει.