Archive for the ‘Αγώναι’ Category

h1

Άρνησις

26 Μαΐου, 2010

Ο πατήρ – πάσχων διεγνωσμένως από διαβήτην – συνέχιζε να πίνει το καλό κρασάκι που αλλότριος φίλος αυτού του είχε προσκομίσει από τ’ αμπέλια του τα καλά στην Αιγιάλειαν.

Το χρώμα του οίνου ροδαλόν και το κρασί ρετσινωμένο, ως εις τον πατέραν ήρεσε – κι ακόμ’ αρέσει. Η μήτηρ, ευρωπαία την καταγωγήν, άρα στρυφνή κι επίμονος, του εζητούσε να κάμει καμιάν εξέτασιν , να πίνει λίγο πιο λίγο κι ακόμη λιγότερο και ούτω καθ’ εξής…

Εκείνος οργίζετο, εχτυπούσε και την χείραν στο κοινό τραπέζι: «Άσε με, ρε γυναίκα, ήσυχο, επιτέλους! Το πολύ – πολύ να πεθάνω και να μου πάρεις και τη σύνταξη μια ώρα αρχύτερα!»

Μετά από το κρασάκι του κατέβαζε και μισό κιλό φασκόμηλο – που κάποιος φίλος του καλός του είπε πως περιορίζει το ζάχαρο πολύ κι επιτρέπει την πόση και βρώση των απηγορευμένων καρπών της του διαβητικού διαβίωσης. Και δώσ’ του το κρασάκι και δώσ’ του το θεραπευτικό φασκόμηλο από πάνω.

Εκείνη μουρμούριζε ή του έριχνε κάνα βρισίδι κανονικότατο, μισομιλώντας εγγλέζικα. Εφωνάζανε κι οι δυο για λίγο, επήγαινε για ύπνο αυτός κι εσυνεχιζόταν η ρουτίνα τους.

Περνούσεν ο καιρός κι άρχισε να παθαίνει διάφορα μικροατυχηματάκια ο πατήρ. Μια πήγαινε να κατέβει τα σκαλιά και κακοπάταγε, μια πήγαινε να πιάσει το ποτήρι με το κρασί και δεν το έβρισκε καλά και τό ‘χυνε στο τραπέζι και άλλα τέτοια ασόβαρα. Καμιά φορά γυρνούσε σπίτι έχων σκοντάψει και χτυπήσει με γρατσουνιές αδικαιολόγητες για άντρα τέτοιου μεγέθους και τέτοιας ηλικίας. Η μάνα υποψιάστηκε: «Δεν πας να δεις τα μάτια σου» του λέει, «το ζάχαρο επηρεάζει και την όραση». Τίποτε ο πατέρας. Όρθωνε την αρβανίτικη λεβεντιά του, φωνασκούσε κι αρνιόταν να γίνει αυτός, ένας κυρίαρχος άνθρωπος, υποχείριο του γιατρούλη… Του όποιου γιατρούλη.

Όταν πλέον πήρε την απόφαση, ανήμπορος ουσιαστικά να αυτοεξυπηρετηθεί (ούτε εξήντα χρονών, όμως!) και τον πήρε η γυναίκα στο γιατρό, είπεν αυτός ο ιατρός, έκπληκτος και σοκαρισμένος: «Τέτοια μάτια, πλέον, μόνο στον τρίτο κόσμο βλέπουμε! Μα, καλά, τόσο καιρό που δεν έβλεπες, γιατί δεν ερχόσουν;»

Σκυθρωπός, τιμωρημένος, αναξιοπρεπής μπροστά στο κατσάδιασμα του ξένου ανθρώπου, σιγομουρμούριζε πως δεν είχε καταλάβει ακριβώς κι άλλες τέτοιες φράσεις εξομολογήσεως… Απεφασίσθει να του κάμουν λέιζερ, μιαν επώδυνον θεραπείαν που υπέμεινε στωικώς κι αξιοπρεπώς ενώ, ταυτοχρόνως, αναπροσήρμοζεν το βίον του στας ανάγκας τούτης της νέας καταστάσεως.

Επέρασαν έτη έκτοτε και τώρανες ακμάζει στην νέαν του κατάστασιν. Η αδιόρθωτος υγεία του δεν επανορθώθη, δεν ήτο επιστημονικώς δυνατόν αυτό. Ορθώθη, όμως, η αξιοπρέπεια κι η δύναμις αυτοσυντήρησής του.

Παρά την περιπέτειαν και την αυτονόητον εμπλοκήν της οικογενείας όλης στον μαραθώνιον αυτόν, ο ίδιος, υποψιάζομαι, δεν άλλαξε μυαλόν. Αραιά και πού τον καταστρεπτικόν του πρότερον της ασθενείας βίον νοσταλγεί ως «καλές εποχές». Δεν έκαμε ποτές του τη διασύνδεση αιτίου – αποτελέσματος στα της υγείας του πράγματα. Και, πού και πού, κρυφά, ασφαλώς, κατεβάζει τα ποτηράκια του.

Κι έπειτα περιμένουμεν εμείς να κόψει τας καταστρεπτικάς του συνηθείας ένας ολάκερος λαός μ’ ενός γιατρού την επίβλεψιν;

Απορούμεν που παρά την καταστροφή της οράσεως, διαμαρτυρόμεθα στον πόνον της θεραπείας;

Τοιούτους ανθρώπους παιδαγώγησεν το λεγόμενον – από τους δημιουργούς του, κυρίως – και «σύστημα». Τούτο το «σύστημα» – που  δια την συνέχισίν του αλλαλάζουνε τα πλήθη, βιαιπραγούν οι οργανωμένοι και καίγονται κάδοι και ασφυκτιούν ανθρώποι και απειλούν ολίγιστοι ότι θα καταστρέψουν τα πάντα – το «σύστημα» τούτο απέσυρεν τον πανίσχυρο άνδρα από την παραγωγικήν εργασίαν στα σαρανταοκτώ του έτη και τον κατέστησε αναξιοπαθούντα γέροντα χρήζοντα ιατρούς από τα πενηνταπέντε του…

h1

Εκλογείς

8 Ιουνίου, 2009

Ως τες παλαιές γραίες γιαγιάδας, οίτινες μετά φακέλου στην ποδιάν προσφραγισθέντος εισέρχοντο εις το παραβάν, ούτως ωφείλωμε να στέλνουμε τους πατεράδες υμών στες κάλπες.

Εταΐσθησαν υπό ρητόρων και υπό λωποδυτών έτη πολλά και τούτο τους εστέρησεν την ικανότηταν ν’ αποσυνδέουν το παραβάν από την παράβασιν και την κάλπην από το κάλπικον. Εισέρχονται λοιπόν, υβρίζοντες και πτύοντες πολιτικάς τερατείας ως ο δικομματισμός και τα παράγωγά του κι εξέρχονται κατόπιν μετά χαράς που την πτύελόν τους επανασυνέλεξαν εις το – μετανοηθέν, πλέον – στόμα και κατήπιαν.

Επανεφευρίσκουν κατόπιν – και αναλόγως των τελικών αποτελεσμάτων – ιδεολογικές ταυτότητες, κοινωνικάς προκαταλήψεις και λοιπά αγαθά της Δημοκρατίας, η οποία με ακρίβειαν επιβάλλει την πλειοψηφούσαν επιθυμίαν.

Καημένοι μας πατέρες… Κρίμας την δυνατότηταν του εκλέγειν να μην την έχετε κάπως αγοράσει. Έχομεν πλέον διδαχθεί πώς σκλάβοι απελεύθεροι – ως ημείς οι Έλληναι – το τσάμπα δεν το εκτιμούμεν…

Ελλάς δημοκρατιζομένη.....

Ζήτω η Δημοκρατία, παππού Αριστοτέλη, κι όλα όσα σε τρόμαζαν σ’ αυτήν.

h1

Κουκούλαι διάφαναι ….

9 Δεκέμβριος, 2008

Κρατώντα άνθη θα πυρπολήσουν τας ψυχάς ημών. Και την αναπαυομένη του εκλειπόντος – ίσως.

Θα αγωνισθούν να κάμουν σύμβολον την νεότηταν. Γυμνά σε σκάλες των ναών της εξουσίας ημών.

Ημείς, ανόητοι δημιουργοί του κόσμου τούτου της οργής, θα είμεθα – κατά βάθος – τρομαγμένοι μη γίνει τίποτις κακό στ’ αθώα…

Ύστερα τούτα τα λόγια θα τα ειπεί κάποιος Βερύκιος ή Λαζόπουλος (το ίδιον κάνει) και τα αθώα θα υπάγουν στο σχολείον από Πέμπτην…

Ας ελπίσωμεν πως εις το μηχανογραφόμενόν των μέλλον, δεν θα μας περιλαμβάνουν παρά μόνον ως θλιβεράς σκιάς που με λόγους κενούς εγυρεύαμεν να καταλάβουμεν το – τάχατες πολιτικόν – βάρος μιας σφαίρας…

h1

Εμπρησταί ΙΙ

24 Σεπτεμβρίου, 2008

Εσυνάχθησαν οι χρυσοί συνταξιούχοι – πάντα τούτη η περίλαμπρος χώρα τα γηρατειά ετιμούσεν και τους αποκατεστημένους ανεγνώριζε – και επέτρεψαν εις τον μικρούτσικον όλων των να κάμνει διάφορες φιοριτούρας εις μνήμην των απανθρακωμένων πευκοβελόνων παρουσία του ιερού ΜητροΠάνα.

Έρευσε υποκρισία περιττός και τάχα μου, της γενεάς των χρυσοφόρων καταπατήσεων, του σπιτιού του εργάτου, του εξοχικού του και της λοιπής περιουσίας περί την οποίαν σοσιάλισαν είκοσι τόσα έτη πίσω. Εικάζω πως, άμα το τέλος της οικολογικής ευαισθητοποιήσεως, επιβιβάσθησαν το ολιγότερον εις περικαλή SUV και διοχέτευσαν το λίγον διοξείδιο που αντιστοιχεί εις τους ματωμένους των αγώνας. Πιθανότατα εδείπνησαν εις πολυτελές ταβερνείον.

Έκραξαν, όμως πριν αποχωρήσουν από την πίσταν, την επιμνημόσυνον στον κάλλιστον μακαριστόν εκπρόσωπον του αντιπάλου αυτών δέους˙ της επαράτου Δεξιάς. «Εθνική Ελλάδος, γειά σου» ετραγούδησεν ο μέγιστος του μικρούτσικου- που κλαίγω από ανάτασην όταν ακούγω το βρώμικον ψωμί του – θυμίζοντας υποδοχές εκλαμπροτάτους προ τετραετίαν. Όταν το ιερόν ημών γονίδιον δεν είχεν απωλέσει την αρχαία αίγλην, ούτε τας θεϊκάς καταβολάς των εκλεκτών που προσωρινώς εξηγόρασε και μετέτρεψεν παραχρήμα εις οικοδομικήν εργολαβίαν.

Καμιά χιλιάδα βήματα πιο κάτω, ίσως, έκαμνε αμέριμνος τες ορθοπεταλιές του ο μαραβέγιος ποδηλάτης. Όταν κι αυτός θα εξηνταρέψει θα τόνε προσκαλούνε να θρηνήσει ό, τι θα καταστράφηκεν από την γενεά μας…

h1

Ανώφελαι καταρτίσεις…

13 Σεπτεμβρίου, 2008

Εξεγελάσαμεν τον εαυτόν μας δι’ έτη πολλά. Ήρθεν, όμως, το κρυφόν συμπέρασμα και μας εχαστούκισεν.

Πόσα εκατομμύρια Μονών και υπεράκτιων σπαταλούν τούτης της χώρας οι πτωχοί δια να καταρτιστούν, στο λάδωμα, στο γλύψιμον, στων ΚΕΚ τες αεργίες;

Κάμαμεν ούλοι ότι δεν ξεύραμε…

h1

Φειδιππίδου διάδοχοι

21 Αύγουστος, 2008

Ονειρεύθην, όπως σπανίως πλέον ονειρεύομαι. Ήμουν περιχαρής θεατής εις στάδιον πλούσιον αρχιτεκτονικώς και πλήρες θεατών παρακολουθών την κούρσαν των εκατό μέτρων.

Οι δρομείς, σε έκστασιν ακίνητον, κοιτούσαν τους βατήρες των. Έβλεπα δάκρυα χαράς στα μάτια των. Πιο πίσω τους γριές νέγρες, κινέζες και λευκές αμολούσαν περιστέρια και ιερείς που τους εξεπροβόδιζαν με ύμνους και ιαχάς – αναλόγως του θρησκεύματος – μερικά μέτρα παραπίσω.

Οι κριταί πλησίασαν και απομάκρυναν τους παρατρεχαμένους. Οι αθληταί, μουρμουρίζοντες ακατάληπτους λόγους και χειρονομίες έλαβαν τες θέσεις. Ο μέγας κριτής εκράτησε το πιστόλι της εκκίνησης. Και πυροβόλησεν.

Κάλπασαν οι ταχύτεροι εκπρόσωποι του μάταιου τούτου κόσμου του ονείρου μου. Τα λίγα δευτερόλεπτα κυλήσαν. Ο Έλλην πρώτος εξ’ αυτών αφιχθείς στο τέρμα της διαδρομής. Περίμενε, ωστόσο, ως και οι άλλοι την ένδειξη στον πίνακα του επίσημου χρονομέτρη. Επτά και μηδέν-έξι εκατοστά δευτερολέπτου.

Κοίταξεν ο άνθρωπος το πλήθος. Κοίταξε το χρονόμετρο και πάλι. Πρόσωπο εκλαμπρότατον και πανευτυχές χάραξε την εικόνα του και πλήμμυρισε το στάδιον. Πρόσωπο ευτυχές και το δικό μου, Έλληνος κι εμού μέσα στην ξένην χώραν! Με κοίταξε με κρυφήν Ελληνικήν ματιάν κοινότητος σε άλλον γαλαξίαν. Κατέρευσε έπειτα, πρώτα στα γόνατα κι ακολούθως πλήρως, στο υπέροχο ταρτάν της δόξης του. Δεν άντεξεν η δόλια καρδούλα του την συγκίνησιν, τόσο αδυνατισμένη από τις ουσίες που τον οδήγησαν σ’ αυτήν την πλήρη ευτυχίαν του κι εμένα στη δική μου!

Ξύπνησα κάθιδρος, εν μέσω της αυγουστιάτικης νύχτας.

Θαυμάσιο και υπέροχον ανθρώποι ν’ αποθνήσκουν ένεκα των ονείρων τους και των ονείρων της φυλής των!

Και πόσο πιο ηθικόν θα ήτο αυτό από γελοίους διορισμούς εις Ένοπλες Δυνάμεις!

h1

Ανώτερες φυλές

17 Αύγουστος, 2008

Τετρακόσα εμπόδια πηδούσε η λαφίνα μας. Τα διένυε με εκλαμπρότατην επίδοσιν και επέστρεφε μετάλλια εις διψώντας και αλλαλάζοντας φιλάθλους. Και την ανωτερότηταν υμνούσε της φυλής των θεατών της.

Εκείνοι – αφού εδιαπόμπευσαν τους ταχείς αράπηδες που τρέχανε διακόσια μέτρα εις το στάδιον – ετοποθέτησαν αυτήν εκεί που ονειρεύονταν να δουν τα τέκνα των διορισμένα. Έτσι επαινούσαν τους Ολυμπιονίκας εις την υπερήλιον χώραν αυτήν της υφηλίου. Δεν είχον τείχη ή αυθαίρετα δια κατεδάφισιν όπως οι παλαιοί των πρόγονοι.

Κάνα τεσσάρι έτη αργότερα παγκόσμιαι συνομωσίαι τους επερικύκλωσαν. Ωιμέ! Απεκαλύφθη πως η φυλή των δεν ήταν ανωτέρα των άλλων. Απλά, με φάρμακα κακά ετάιζε τους αθλητάς ως και τους ασθενείς της…