Archive for the ‘Μνήμη ανάκατος…’ Category

h1

Εκπρόσωποι τύποις

19 Σεπτεμβρίου, 2010

Ενεφανίσθησαν άλλοτε, μετά μασκών και μεταμφιέσεων, να ανταγωνίζονται (μετά ή άνευ, ποιος ξέρει) άμιλλας και με μάχες υπογείους δια το ποίος εξ’ αυτών θα ήτο νικητής του θησαυρού. Του κρυμμένου. Ποιότηταν εκφράζων ο ένας, ποσότηταν ο άλλος. (Διάφοροι λέγουν για τον πρώτον ότι ούτως εδικτυώθη εις την πόλιν, δια τον δεύτερον πώς έτσι ηύξησε τον πλούτον του…)

Έτη πολλά μετά, πάλιν εις αντιπάλους θέσεις, θα ξιφουλκίσωσι – ο εις με μέτρον ο άλλος πιο χυδαία, «ντόμπρα» που λέει ο κολακευμένος από αμφοτέρους λαός.

Το ποιόν της πόλεως, ωστόσο, θα παραμείνει αναλλοίωτον, μάλλον, όστις εκ των δύο κι αν πρωτεύσει. Η πόλις αυτοπροσδιορίσθη οριστικώς ως Καρναβάλι.

Δεν ξεύρω αν ήτο ποτέ κάτι άλλον, δια να είμαι ειλικρινής.

Advertisements
h1

Έχοντες.

13 Ιουλίου, 2010

Το λεωφορείον περίμενε εις το σταθμό του Κιάτου τους υπεράριθμους αποβιβασθέντες του εξ’ Αθηνών συρμού.

Ο οδηγός, ήρεμος, με τον δικαιωματικόν φραπέν και το δικαιωματικόν τσιγάρο εις τες χείρες του, θωρούσε μεταξύ άλλων ταλαιπωρημένων επιβατών (ξένων κυρίως, μαθημένων πως τα τρένα κάνουν καλά την εργασίαν της μετακινήσεως) τα ταλαίπωρα μεν, θαυμαστά δε, κολωμέρια μιας καλλονής μεσογειακού τύπου μεν, ξενόγλωσσης δε.

Οι επιβάται, οχληροί και διαμαρτυρόμενοι ως είθισται, αμετροεπείς και φωνασκούντες δια το δικαίωμα επιβιβάσεώς των εις το αναμμένον μεν, αναμένον δε, λεωφορείον δια Πάτραν, παρενέβαιναν μεταξύ του αναμένοντος οδηγού και της καλλονής αυτού. Ο προϊστάμενος, ξαναμμένος από τους διαλόγους εντάσεως μετά των ξενογλώσσων, οι οποίοι ανεξαρτήτως εθνικότητας και φυλετικής προελεύσεως του εξακόντιζαν φράσεις σε άπταιστα μεν, ακατάληπτα δι’ αυτόν δε, εγγλέζικα, προσέγγισε τον υφιστάμενόν του οδηγόν καλώντας σε βοήθειαν.

«Ξέρεις αγγλικά», απελπισμένος ρώτησεν.

«Αν ήξερα, εδώ θα καθόμουνα, ρε προϊστάμενε», απεκρίθη ο οδηγός ρωφών μιαν τζούραν και αγναντεύων την, ένεκα αγλωσσομάθειας απολεσθείσα, καλλονή.

Το λεωφορείον, ως επέτασσε η αυτοσχέδιος μαεστρία και το κριτήριον του προϊσταμένου, επιβίβασεν κατά προτεραιότηταν λευκούς κι ελληνοφώνους επιβάτας (και των δύο φύλων), έπειτα τουρίστας κομψούς κι ηλικιωμένους και πλήρες θέσεων ανεχώρησε δια Πάτραν κι ενδιαμέσους προορισμούς.

Η καλλονή – ανήκουσα εις την ομάδαν τουριστών που οι ιθαγενείς καλούν «άπλυτους» οι δε ξενόγλωσσοι «bag packers» – δεν περιελήφθη εις τους επιβαίνοντας. Ομοίως, απερρίφθησαν οι έχοντες όψην «φοιτητικήν» και, ασφαλώς, οι μελαψοί τουρίστες διαρκείας, αποκαλούμενοι και μετανάσται.

Ο οδηγός, απαθής και ρωφών την τελευταίαν γουλιάν του γλυκόγαλου ροφήματός του, ατένισεν την καλλονή να στρέφεται, στρυφνή μεν, σιωπηλή δε, αποδεχόμενη την μοίραν της υπερωριαίας αναμονής του επομένου λεωφορείου.

Ο προϊστάμενος, καθήμενος δίπλα του, ασθμαίνων και ερυθρός, ξεφύσησε κι αμέσως του απευθύνθη.

«Και, λέει, θα κάνει σχέδιο εξυγίανσης! Εμείς φταίμε τώρα! Δεν έρχεται να δει τι τραβάμε, που λένε όλοι ότι παίρνουμε πολλά!»

Ήδη έχοντας βάλει την πρώτην ταχύτητα και περνών μπροστά από την σκυθρωπή πλέον καλλονήν, ξεφύσυσε με διαφορά φάσης ο οδηγός χωρίς τσιγάρον να καπνίζει, χωρίς φραπέν να ροφά.

«Δίκιο δεν έχω, μωρέ;» επέμενε ο προϊστάμενος.

Ο οδηγός, ολίγο σκυθρωπός κι αυτός, κούνησε την κεφαλή συγκαταβατικά:

«Ναι, μωρέ, με τις καριόλες…»

h1

Άρνησις

26 Μαΐου, 2010

Ο πατήρ – πάσχων διεγνωσμένως από διαβήτην – συνέχιζε να πίνει το καλό κρασάκι που αλλότριος φίλος αυτού του είχε προσκομίσει από τ’ αμπέλια του τα καλά στην Αιγιάλειαν.

Το χρώμα του οίνου ροδαλόν και το κρασί ρετσινωμένο, ως εις τον πατέραν ήρεσε – κι ακόμ’ αρέσει. Η μήτηρ, ευρωπαία την καταγωγήν, άρα στρυφνή κι επίμονος, του εζητούσε να κάμει καμιάν εξέτασιν , να πίνει λίγο πιο λίγο κι ακόμη λιγότερο και ούτω καθ’ εξής…

Εκείνος οργίζετο, εχτυπούσε και την χείραν στο κοινό τραπέζι: «Άσε με, ρε γυναίκα, ήσυχο, επιτέλους! Το πολύ – πολύ να πεθάνω και να μου πάρεις και τη σύνταξη μια ώρα αρχύτερα!»

Μετά από το κρασάκι του κατέβαζε και μισό κιλό φασκόμηλο – που κάποιος φίλος του καλός του είπε πως περιορίζει το ζάχαρο πολύ κι επιτρέπει την πόση και βρώση των απηγορευμένων καρπών της του διαβητικού διαβίωσης. Και δώσ’ του το κρασάκι και δώσ’ του το θεραπευτικό φασκόμηλο από πάνω.

Εκείνη μουρμούριζε ή του έριχνε κάνα βρισίδι κανονικότατο, μισομιλώντας εγγλέζικα. Εφωνάζανε κι οι δυο για λίγο, επήγαινε για ύπνο αυτός κι εσυνεχιζόταν η ρουτίνα τους.

Περνούσεν ο καιρός κι άρχισε να παθαίνει διάφορα μικροατυχηματάκια ο πατήρ. Μια πήγαινε να κατέβει τα σκαλιά και κακοπάταγε, μια πήγαινε να πιάσει το ποτήρι με το κρασί και δεν το έβρισκε καλά και τό ‘χυνε στο τραπέζι και άλλα τέτοια ασόβαρα. Καμιά φορά γυρνούσε σπίτι έχων σκοντάψει και χτυπήσει με γρατσουνιές αδικαιολόγητες για άντρα τέτοιου μεγέθους και τέτοιας ηλικίας. Η μάνα υποψιάστηκε: «Δεν πας να δεις τα μάτια σου» του λέει, «το ζάχαρο επηρεάζει και την όραση». Τίποτε ο πατέρας. Όρθωνε την αρβανίτικη λεβεντιά του, φωνασκούσε κι αρνιόταν να γίνει αυτός, ένας κυρίαρχος άνθρωπος, υποχείριο του γιατρούλη… Του όποιου γιατρούλη.

Όταν πλέον πήρε την απόφαση, ανήμπορος ουσιαστικά να αυτοεξυπηρετηθεί (ούτε εξήντα χρονών, όμως!) και τον πήρε η γυναίκα στο γιατρό, είπεν αυτός ο ιατρός, έκπληκτος και σοκαρισμένος: «Τέτοια μάτια, πλέον, μόνο στον τρίτο κόσμο βλέπουμε! Μα, καλά, τόσο καιρό που δεν έβλεπες, γιατί δεν ερχόσουν;»

Σκυθρωπός, τιμωρημένος, αναξιοπρεπής μπροστά στο κατσάδιασμα του ξένου ανθρώπου, σιγομουρμούριζε πως δεν είχε καταλάβει ακριβώς κι άλλες τέτοιες φράσεις εξομολογήσεως… Απεφασίσθει να του κάμουν λέιζερ, μιαν επώδυνον θεραπείαν που υπέμεινε στωικώς κι αξιοπρεπώς ενώ, ταυτοχρόνως, αναπροσήρμοζεν το βίον του στας ανάγκας τούτης της νέας καταστάσεως.

Επέρασαν έτη έκτοτε και τώρανες ακμάζει στην νέαν του κατάστασιν. Η αδιόρθωτος υγεία του δεν επανορθώθη, δεν ήτο επιστημονικώς δυνατόν αυτό. Ορθώθη, όμως, η αξιοπρέπεια κι η δύναμις αυτοσυντήρησής του.

Παρά την περιπέτειαν και την αυτονόητον εμπλοκήν της οικογενείας όλης στον μαραθώνιον αυτόν, ο ίδιος, υποψιάζομαι, δεν άλλαξε μυαλόν. Αραιά και πού τον καταστρεπτικόν του πρότερον της ασθενείας βίον νοσταλγεί ως «καλές εποχές». Δεν έκαμε ποτές του τη διασύνδεση αιτίου – αποτελέσματος στα της υγείας του πράγματα. Και, πού και πού, κρυφά, ασφαλώς, κατεβάζει τα ποτηράκια του.

Κι έπειτα περιμένουμεν εμείς να κόψει τας καταστρεπτικάς του συνηθείας ένας ολάκερος λαός μ’ ενός γιατρού την επίβλεψιν;

Απορούμεν που παρά την καταστροφή της οράσεως, διαμαρτυρόμεθα στον πόνον της θεραπείας;

Τοιούτους ανθρώπους παιδαγώγησεν το λεγόμενον – από τους δημιουργούς του, κυρίως – και «σύστημα». Τούτο το «σύστημα» – που  δια την συνέχισίν του αλλαλάζουνε τα πλήθη, βιαιπραγούν οι οργανωμένοι και καίγονται κάδοι και ασφυκτιούν ανθρώποι και απειλούν ολίγιστοι ότι θα καταστρέψουν τα πάντα – το «σύστημα» τούτο απέσυρεν τον πανίσχυρο άνδρα από την παραγωγικήν εργασίαν στα σαρανταοκτώ του έτη και τον κατέστησε αναξιοπαθούντα γέροντα χρήζοντα ιατρούς από τα πενηνταπέντε του…

h1

Υπέρ Αλεξίου μικρού.

29 Σεπτεμβρίου, 2009

Ο καλός μικρός ετίναξε την χείραν του κηδεμόνος αυτού και πηλάλησεν ελεύθερος είς το πάρκον και εις τα παιχνίδια ούλα ανήλθε. Και εις την τραμπάλαν και εις την κούνιαν και, τελικώς, εις την τζουλήθραν.

Ο κηδεμών, βλοσυρός ως τα πλούτη ενοχικώς τον εδίδαξαν, στραβοκοιτούσε τον μικρόν:

«Αλέξη, θα χτυπήσεις!» ηκούσθη να φωνάζει με την υπόκωφον φωνή του.

Ούλοι εσέβοντο τον κηδεμόναν. Κι ούλοι ανεγνώριζαν την μεγαλοθυμία του όταν ετούτον τον μικρόν επροτίμησεν από άλλα πιο γνωστικά και πιο συγκρατημένα παλληκαράκια της αυλής του… Εις την οικίαν, εν τω μεταξύ, κατσικωμένοι ζούσανε διάφοροι άλλοι που ο κηδεμών εμάζεψεν δια να γίνει αρεστός εις άλλους. Τούτοι πιότερο από παλαιότερους κατοίκους ελάτρεψαν τον πιτσιρίκον κι άρχισαν να του μαθαίνουν πράματα και τρόπους εδικούς τους…

Ο πιτσιρικάς, με τούτα τα νέα κόλπα, ενθουσίασε άπαντες τους γνωστούς και παλαιούς φίλους του κηδεμόνος, οίτινες άρχισαν να επισκέπτονται την αραχνιασμένην – πλην πολιτισμένην – του οικίαν συχνότατα. Ο κηδεμών νόμισε πως άρχισε η στρυφνότης του να είναι συμπαθής, ο δόλιος. Δεν εκατάλαβε ότι για το παιδάριον και τα κόλπα του συνέρρευσαν τα πλήθη στες αυλές του.

Όταν, όμως, ο μικρός είδεν τον κόσμον μέσα στο – κάποτες παντέρμον – σπίτι του κηδεμόνος, ήρχισε μ’ ενθουσιασμόν κόλπα καινούργια και μυστικά να κάμνει εις τους επισκέπτας: Να τους πετάγει τα γλυκά και τα νερά κι όλα τα κεράσματα. Και να φωνασκεί και τον κηδεμόναν να εκθέτει, ομοίως ως εις την αρχή τον ελάμπρυνε…! Κι από χαρά τα πρόσωπα των κατσικωμένων έλαμψαν, όσο σκυθρώπιαζαν τα των επισκεπτών.

Οι επισκέπται εκ του οίκου εξήλθαν – οριστικώς οι περισσότεροι. Αι συντηρητικαί των φύσεις και τα λευκά των ενδύματα ουδέν τους επέτρεπαν κατοίκησιν εις τόσον φασαριόζικον οικίαν. Ο κηδεμών κοιτώντας τον μικρόν, τον εκατσάδιασε. Έπειτα, του έβαλε και τες φωνές. Κι έπειτα, βγήκε στην αυλήν του, επλησίασε τες τραμπάλες και τις κούνιες κι άρχισεν να λέγει: «Δικά μου είν’ τούτα!»

Ο μικρός κοιτούσε τον παλιμπαιδίζοντα κηδεμόναν του να του χαλάγει τα παιχνίδια που κάποτες του χάρισεν. Έπειτα, αίφνης, ο κηδεμών άφηκε τα παιχνίδια κι εβάδισεν προς την εξώπορταν. Γύρισεν προς την οικίαν του κράζων: «Φεύγω τώρα! Παραιτούμαι!» Oι κατσικωμένοι τον ευεργέτη των κράξαν εκ νέου στην οικίαν και του εζήτησαν να παραμείνει δια να εγγυηθεί την συνέχισιν του ωραίου τους κατσικώματος επί των καθισμάτων και των κρεβατιών.

Ενεφανίσθη τότες το παιδάριον, συμπαθές και γνωστικότερον του κηδεμόνος. Κι έλυσε γορδίως τον δεσμόν: «Ας ξαναφωνάξωμεν τους επισκέπτες κι οι παλαιοί κι οι νέοι (κατσικωμένους δεν τους έλεγεν αυτός) και να δούμε ποιος θα φέρει ποιους και ποιος θα παραμείνει εις την οικίαν.»

Ωσότου να μιλήσει τον παιδάριον, ο γερασμένος δύστροπος κηδεμών είχε από την πίσω πόρταν εξέλθει. Αθόρυβος κι ανύπαρκτος, ως έπρεπε. Δεν απαιτείτο κηδεμών. Το μικρόν, άρχιζεν να μεγαλώνει.

——————————————————————————————————————————————————————–

Ετούτος ο Τσίπρας – ο βλακωδώς κουμμουνίζων – είναι κεφάλαιον λαμπρόν δια την πολιτικήν της χώρας πορείαν. Εις τα σαρανταπέντε του θα έχει δεκαπέντε χρόνια εμπειρίας του παιχνιδιού. Θαρρώ πως, αν και λέγει κακά, τον στηρίζω έναντι κάθε πιθανού Αλαβάνου.

h1

Λαϊκαί εκδηλώσεις εις οχλοκρατικάς κοινωνίας

3 Αύγουστος, 2009

Ετούτοι οι ανθρώποι, ήσυχοι επί το πλείστον, ευσεβείς κατά τεκμήριον, μήτε πλούσιοι, ούτε και φτωχούληδες, βαδίσανε εξ’ ίσου την ανηφορικήν απόστασιν από τα πάρκινγκ των προσφάτως επιχορηγηθέντων οχημάτων των ως και τες ωρισμένες μαρμάρινές των θέσεις.

Ήρεμα και γλυκά, με ψίθυρους κι αστεία, με μνήμες λογαριασμών και αγχωδών της πόλης καταστάσεων ατένιζαν τον δύοντα ήλιο που κοκκίνιζε φεύγοντας την ατμοσφαίραν. Θρώσκωντες τα μάρμαρα τα οποία εταλαιπώρουν με την σκληρότητάν των τα οπίσθιά, εθνικόν μεγαλείον ανέπνεαν. Η των Περσών κατατρόπωσις θ’ αναπαρίσταντο εμπρός των.

Μετά πάμπολλα αιώνια λεπτά, βαρυθυμώντες κι ασυγκράτητοι, απογοητευθέντες από της ανοσίου (και πάντως βαρετού) τελετουργίας, έκρωζαν σεβασμίους γενικότητες.

«Φύγε από τη θυμέλη!», έκραξεν ανήμερα η κορυφαία του επικοίλου αυθόρμητου χορού, πιθανώς εκπλησσομένη από την αδιαφορίαν του Απόλλωνος Φοίβου ήτις σπανιώς άφηνε ατιμωρήτους τοιούτους υβριστάς, ωστόσο τούτον τον Καραθάνον εις το μαρμάρινον ιερόν σημείον ανεχόταν…!

«Άντε και γαμήσου!» απήντησεν αυτής εμμέτρως ο άρχων του έτερου ξεσπώντος ημιχορίου και γέλως διεχύθη εις τας κερκίδας καθώς και πέραν αυτών.

Ολίγα χιλιόμετρα (ή, επί το σεβασμιώτερον, στάδια) πιο κείθε, εις το μέρος απ’ όπου ήλθανε οι πλείστοι ετούτων των ανθρώπων, εν λογοκεκριμένον ταινιάκι έπαιζε επαναληπτικώς την ιστορίαν ενός εκβιασθέντος κειμηλίου… Εξίσου εθνικού ως ο πλούσιος των τραγικών πατέρων ημών λόγος!

Εις το λογοκριθέν απόσπασμα, πρόγονοι θρησκευτικοί – ίσως – και πολιτισμικοί των κραζώντων ημικορυφαίων, πρόσωπα και μέλη αγαλμάτων ιερών δια μερικούς και – πάντως – όμορφων και καλλιτεχνημένων πελεκούσαν, αποκαθιστώντες την αλήθειαν του Πατέρος ήτις, κατά τους πιστούς αυτού, εσκανδαλίζετο βλέπων αρχίδια και ετέρας αρχαιότητες κρεμάμενες.

Και, τί κρίμας! Οι σεβάσμιοι θεματοφύλακαι της ιεράς καταγωγής ημών κοντά δεν ήσαντο δια ν’ ανακράξουν εις τους προγόνους να μην πατούνε τα ιερά, μην τα κατακρημνίζουν ή, έστω, εις τους εθνοπροδότας κι ιεροσύλους ιερείς να κράξωσι:

«Άντε και γαμηθείτε!»…

Τούτην την ενοχήν, τούτη τη μοιραία ολιγάρκειαν του υστέρως μετανοήσαντος λαού επλήρωσεν ο κυρ Δημήτριος Γκότσεφ επροχθές εις το αργολικόν κοίλον.

Οι δε ανακράξαντες, και πλέον αποφορτισθέντες, ημικορυφαίοι θα εορτάσωσι την Παναγίαν ανήμερα οικογενειακώς ή, ίσως, και μετά προσκυνήματος σε πανηγυρίζοντα ναόν, εικάζω.

Δι’ αυτό πολεμήσανε, μάλλον…

h1

Θεάτρου σφράγισις (έργον δια έναν κομπάρσον)

13 Ιουλίου, 2009

Βαρέως έσυρε την εξώπορταν ο δημοτικός αστυνόμος. Βαρύθυμος και παραπονεμένος. Όλο τοιούτας ενεργείας τον διέταζαν να εκτελεί…
Οι δικαστικοί κλητήραι κι ο εισαγγελεύς που εσυνόδευε, ο αστυφύλαξ που παρίστατο παραδειγματικώς ήτο χαλαρότατοι, ως πάντοτε. Τους εζήλευσε ως εζήλευε κάθε αστυφύλακαν, κάθε κλητήραν και κάθε εισαγγελέαν που εκαλείτο να συνοδεύσει…
Η θύρα έκλεισε παταγωδώς. Ο κλητήρ μελέτησε το σχήμα των χειρολαβών ίνα αποτρέψει αναποτρέπτως τας θύρας από μελλοντικήν απόπειρα διάνοιξής.
Ο εισαγγελεύς, υπερόπτης της καταστάσεως εσημείωσε τα τυπικά κι ο αστυφύλαξ, με αξιοθαύμαστον αφοσίωση στο καθήκον, έξυσε την μύτην του.
Τους εζήλευσεν δια την ομαδόν ατάραχον στάσιν των. Ήτο, προφανώς, αντίθετος από την ιδικήν του.
Ο προβληματισμός του αναμεμειγμένος με ένα ασήκωτο συναίσθημα τον έκαμε δυστυχή. Έβγαλε το τζόκεϋ κι άφησε τον ήλιο να τον τιμωρεί με την ένταση των μεσημεριανών του ακτινών. Οι παραβρισκόμενοι ξεκίνησαν ν’ αποχωρούν: ο κλητήρ πρώτος και βιαστικός, κατόπιν ο αστυφύλαξ, ύστερα οι συγκεντρωθέντες περίεργοι και τέλος ο ανοικοδομήσας τον χώρον παραβάτης.
Ο εισαγγελεύς, μετά την αποχώρησιν όλων και ως να ενθυμήθει κάτι τις σημαντικόν, άφησε την υπεροψίαν του στο έδαφος και ρώτησε τον δημοτικόν αστυνομικόν:
– Τα είχε βγάλει τα ευπαθή από το ψυγείο;

Με όλην του την ταραχήν συγκεντρωμένην στο άκρον του άνω χείλους έγνευσε θετικώς ο αστυνομικώς. Ο εισαγγελεύς απεστράφη κι απομεκρύνθη προτού το χείλι σκάσει σε δάκρυον.
Τω όντι!
Τροφαί ή άλλα ευπαθή δεν αφέθησαν εντός του χώρου. Το ευπαθέστερον όλων ίστατο εκτός τού, έμπροσθεν της θύρας, δίχως προφύλαξην από τον σκληρόν ήλιον του Ιουλίου, αφημένος να δακρύζει ακόμη κι από τον – ξανά – υπερόπτην εισαγγελέαν.
Τί του θυμήθηκε;

Που κάποτες ονειρεύθηκε να ανεβαίνει στην σκηνήν και να μιλάει ωραία και τώρα, με θαμμένα όνειρα κάτω από πλούσια (για τις υπηρεσίες του) αμοιβή, βρέθη κρίκος στερνός μιας αδιαφόρου αλυσίδος, να κλείει δια παντός ενός θεάτρου την εξώπορτα.

Χωρίς σ’ αυτό ρόλον ποτές καλόν αυτός να παίξει.

h1

Πύγου πηγή ουρανία

9 Ιουλίου, 2009

Ο τρίτος όροφος είχε μετατραπεί σε υδατόπτωσιν. Πηγή οχλήσεως δια την εύρυθμον λειτουργίαν της μεσημβρινής ανάπαυσης.
Από την λίγην σκιάν του αντίκρυ πλατυσκάλου μου έγνευσαν οι αγαπητοί να προσεγγίσω θωρώντες με εξερχόμενον του υπογείου μου να βλασφημώ τους ουρανίους καταρράκτας οίτινες ετάραζαν την απογευματινή μου ψυχήν. Ύβριζα με περιφράσεις που σχολίαζαν το απών πνεύμα γειτονίας των ενοίκων του τρίτου ορόφου! Αυτών των – αγνώστων μου – κάφρων.
Διασχίζων τον σκαλώδη πεζοδρόμον βρήκα τους αγαπητούς μου μαθητάς να ανωθρώσκουν μειδιώντες ως ζαβολιάρηδες καλικαντζάροι. Έστρεψα το βλέμμα μου στην ίδιαν κατεύθυνση μετ’ αυτών.
Μια ισχυρή γαλήνη ξέπλυνε δροσιστικώς – ως υδατόπτωση – και διόρθωσε την ψυχική μου παρέκκλισιν… Η καθέτως γειτνιάζουσα νεαρή του τρίτου ορόφου – αμέριμνη και ελαφρώς μειδιούσα προς ημάς κλεφτά – κρατούσα λάστιχο ποτίσματος και σκούπα έπλενε το μπαλκονάκι της. Το ξέχειλο σορτσάκι, που απεκάλυπτε παρά έκρυβε, τράβηξε το βλέμμα από το γενικόν και το κατήυθυνε στην ωρισμένη θέση δια την οποία προορίζετο…

Είναι φαινόμενον παράξενο και ασυνάρτητον συνάμα, η επιρροή στον ψυχισμόν όπου ασκεί ο κώλος.