h1

283

6 Φεβρουαρίου, 2007

Λαμβανων εντολες να οδηγησω την ομαδα προς νυχτερινη ανακαταληψη του υψωματος 156 εβρεθηκα σε θεση δυσκολη και, ταυτοχρονως αστεια…
Ο εχθρος, μια ερμηνευτικη επιτυχια των συγκρατουμενων της δευτερης διμοιριας τυφεκιοφορων, βρισκοταν σε θεσεις σκοτεινες και απροσπελαστες απο τον αθωο Ελληνα φανταρο που, αντιθετα με την νικηφορα ανταρτικη τακτικη, εδιδαχθη πολεμο συντεταγμενο και αυτοκαταστροφικο… Η αποστολη απλουστατη. Αθορυβος καταληψη της κορυφης και, αμα τη αφιξει, πυροβολισμος ασφαιρος νικηφορος, σαν μηνυμα φρυκτωριας προς τους απαλλαχθεντες της ασκησεως που εβλεπαν, πιθανως διαφημισεις για πορνοτηλεφωνα στα free-to-air δορυφορικα. Αν γινομασταν αντιληπτοι, το ντουφεκισμα ανηκε στους αποκαλυπτές μας…
Οι ανδρες μου, γενναια παλληκαρια της λεβεντογενας Κρητης, κτηνοτροφοι ασπουδαχτοι (μα χερια υπεροχα στο λιανισμα των κατσικιων, ευλογημενα οταν παρεστη αναγκη στη βραχονισιδα κάποτες) και νεοι, απιστευτα νεοτεροι μου – παππου με φωναζαν τα κωλοπαιδια… – διψουσαν ν’ αποδειξουν με τροπο αθωο, εφηβικο, χωριατικο πως ειν’ πολεμιστες τρανοι σε μια μαχη, εστω, στημενη, μεταξυ φανταρων εξορισμενων, υπηρετουντων – κατα πως, παντα ξεραμε μα, προσφατα μαθαμε – θητειες αλλων… Και κυριως, να ντουφεκισουν την καταπιεσμενη καβλα τους σε εναστρο ουρανο, εξω απο κανονες πεδιου βολης οπου ασκουνταν βριζοντας σαν ξενοι οι φανταροι.
Το αστειο διλημμα, μεταξυ της αστικης μου βαρεμαρας και της χωριατικης ορμης τους, πηρε χρονο ν’ απαντηθει και, οπως τα περισσοτερα σε τετοιες συνθηκες, διλημματα ελυθη με αποφαση στρατηγικης σημασιας αξιωματικου του Ελληνικου Στρατου, δημοσιου υπαλληλου φυλακισμενου και πλανωμενου, η οποια, ως οφειλε ευνοουσε τον ανθρωπο του πνευματος: «Λοχια, ακυρη η ασκηση, φερε τους αντρες στη μοναδα.»
Γυρισα κι ειδα τα προσωπα των παρ΄ολιγον Μακεδονομαχων μου, τα κοπελια που γδερναν μια γιδα σ’ εξι λεπτα της ωρας και την εκαναν μεριδες πλουσιες, ομηρικες για πεινασμενους φυλακες βραχονισιδας ελευθερης απο ζυγους στρατιωτικων κανονισμων. Το ράκαλ ελεγε ξανα τα ιδια λογια… «Δε θ’ απαντησεις, ρε παππου;» μου ειπε ο Λευτερης. Καταλαβαν πως περναγε απο το ανοητο μυαλο μου, για πρωτη φορα στα στρατιωτικα μου χρονικα το αυτονοητο: Εαν, τωρα, υπο την επηρεια τουτων των παιδιων, υπο τας διαταγας ‘κεινού του καραγκιοζη και υπο το φως ευτούνων ευτού των αστεριων, χαραμιζα μιαν ορειβασια στο υψωμα 156, χαριν μιας αναμονης μπρος στην οθονη της βλακειας ενος κακοψημενου γκοτζιλα, θα ημουν τρισκαταρατος αιωνια! Το εκαμα, λοιπον!
Τα γελια επαψαν, τα πιτσιρικια γιναν ανταρτες και ξαφνου, η αποστολη εγινε πραγματικη και ζωτικη. Ερποντας κι αναρριχωμενοι σε βραχια, παιζοντας ρολους ηρωϊκους που η σκυφτη ανοητη θητεια δε μας χαριζε στιγμη, φανταζομαστε το λοχαγο να διατασσει τις αλλες ομαδες να ξανανεβουν στο βουνο για να μας πουν το τελος της ασκησεως. Εμεις, πραγματικοι ραμπο σκαρφαλωναμε, τρομαζαμε απο θορυβους που ισως σημαιναν τον «εχθρο», κρυβομασταν, σκορπουσαμε και μαζευομασταν οπως ειχαμε δει στις ταινιες κι εγω, επικεφαλης, εφτανα σε ακρα ερμηνευτικης δεινοτητας μιλωντας με νοηματα και δινοντας παραδειγμα αγωνιζομενου ποιητη, ενας Λορεντζος Μαβιλης των διηγησεων.
Φτασαμε στην κορφη. Η νυχτα εφεγγε ομορφη. Ακουστηκαν εξι πυροβολισμοι, ασφαιρες ελπιδες κι ονειρα για τον καθενα μας με ονοματεπωνυμο γυναικας. Ο ηχος αντιλαλησε. Πηρα το ρακαλ. «Μάνα απο Σπουργο – Μάνα απο Σπουργο, με λαμβανεις Μάνα» «Μάνα σε λαμβανει Σπουργο και αμα σε δει ο Καραμανος θα σε γαμησει σιγουρα… σε ψαχνει εδω και μια ωρα, ρε!» «Και γιατι δε μας καλεσατε στο ρακαλ, ρε Μαυριδη;» «Τί λες, ρε παπαρα;;; Μια ωρα χτυπιομαστε… Ακυρωθηκε η ασκηση!» »
Και τωρα μου το λες;;;;; Γαμηθηκαμε ν’ ανεβουμε το κορφοβουνι και τωρα μου λες οτι ηταν τσαμπα;;;;;; Τί μαλακες εισαστε ρε……!!!»
Γελια και χαρα και φως στα ματια. Μια απεραντη ευγνωμωσυνη που δεν πιστευα ποτε πως θα νοιωθαν για εναν σαν εμενα καποιοι σαν αυτους. Η επιστροφη ηταν το αστειο ως κορυφωση… Ενας λοχος εμεινε νηστικος απο βραδινο ψαχνοντας τους αδικαιολογητως αποντες «ηρωες» που, εξω απο νομους κι απο μετρα και μακρια απο βληματα των 7.62mm, πυροβολησαν με ασφαιρα μια ολοκληρη χωρα που βολευει τα τεκνα της στην Αεροπορια, τα βολευει στο δημοσιο, τα βολευει στην πιστωτικη παρηγορια των πολυκαταστηματων και στο τελος, καθυβριζει συσσωμη τον καθε πλουσιο που, χωρις μιζερια παρά με δυναμη που ο οβολος του δινει, αγορασε απαλλαγη για το δικο του τέκνο…

Advertisements

One comment

  1. Ευπειθώς αναφέρω: οι φίλιες δυνάμεις κατέλαβαν το ύψωμα 156.
    Αέραααααα….
    🙂



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s