h1

Υπέρ Αλεξίου μικρού.

Σεπτεμβρίου 29, 2009

Ο καλός μικρός ετίναξε την χείραν του κηδεμόνος αυτού και πηλάλησεν ελεύθερος είς το πάρκον και εις τα παιχνίδια ούλα ανήλθε. Και εις την τραμπάλαν και εις την κούνιαν και, τελικώς, εις την τζουλήθραν.

Ο κηδεμών, βλοσυρός ως τα πλούτη ενοχικώς τον εδίδαξαν, στραβοκοιτούσε τον μικρόν:

«Αλέξη, θα χτυπήσεις!» ηκούσθη να φωνάζει με την υπόκωφον φωνή του.

Ούλοι εσέβοντο τον κηδεμόναν. Κι ούλοι ανεγνώριζαν την μεγαλοθυμία του όταν ετούτον τον μικρόν επροτίμησεν από άλλα πιο γνωστικά και πιο συγκρατημένα παλληκαράκια της αυλής του… Εις την οικίαν, εν τω μεταξύ, κατσικωμένοι ζούσανε διάφοροι άλλοι που ο κηδεμών εμάζεψεν δια να γίνει αρεστός εις άλλους. Τούτοι πιότερο από παλαιότερους κατοίκους ελάτρεψαν τον πιτσιρίκον κι άρχισαν να του μαθαίνουν πράματα και τρόπους εδικούς τους…

Ο πιτσιρικάς, με τούτα τα νέα κόλπα, ενθουσίασε άπαντες τους γνωστούς και παλαιούς φίλους του κηδεμόνος, οίτινες άρχισαν να επισκέπτονται την αραχνιασμένην – πλην πολιτισμένην – του οικίαν συχνότατα. Ο κηδεμών νόμισε πως άρχισε η στρυφνότης του να είναι συμπαθής, ο δόλιος. Δεν εκατάλαβε ότι για το παιδάριον και τα κόλπα του συνέρρευσαν τα πλήθη στες αυλές του.

Όταν, όμως, ο μικρός είδεν τον κόσμον μέσα στο – κάποτες παντέρμον – σπίτι του κηδεμόνος, ήρχισε μ’ ενθουσιασμόν κόλπα καινούργια και μυστικά να κάμνει εις τους επισκέπτας: Να τους πετάγει τα γλυκά και τα νερά κι όλα τα κεράσματα. Και να φωνασκεί και τον κηδεμόναν να εκθέτει, ομοίως ως εις την αρχή τον ελάμπρυνε…! Κι από χαρά τα πρόσωπα των κατσικωμένων έλαμψαν, όσο σκυθρώπιαζαν τα των επισκεπτών.

Οι επισκέπται εκ του οίκου εξήλθαν – οριστικώς οι περισσότεροι. Αι συντηρητικαί των φύσεις και τα λευκά των ενδύματα ουδέν τους επέτρεπαν κατοίκησιν εις τόσον φασαριόζικον οικίαν. Ο κηδεμών κοιτώντας τον μικρόν, τον εκατσάδιασε. Έπειτα, του έβαλε και τες φωνές. Κι έπειτα, βγήκε στην αυλήν του, επλησίασε τες τραμπάλες και τις κούνιες κι άρχισεν να λέγει: «Δικά μου είν’ τούτα!»

Ο μικρός κοιτούσε τον παλιμπαιδίζοντα κηδεμόναν του να του χαλάγει τα παιχνίδια που κάποτες του χάρισεν. Έπειτα, αίφνης, ο κηδεμών άφηκε τα παιχνίδια κι εβάδισεν προς την εξώπορταν. Γύρισεν προς την οικίαν του κράζων: «Φεύγω τώρα! Παραιτούμαι!» Oι κατσικωμένοι τον ευεργέτη των κράξαν εκ νέου στην οικίαν και του εζήτησαν να παραμείνει δια να εγγυηθεί την συνέχισιν του ωραίου τους κατσικώματος επί των καθισμάτων και των κρεβατιών.

Ενεφανίσθη τότες το παιδάριον, συμπαθές και γνωστικότερον του κηδεμόνος. Κι έλυσε γορδίως τον δεσμόν: «Ας ξαναφωνάξωμεν τους επισκέπτες κι οι παλαιοί κι οι νέοι (κατσικωμένους δεν τους έλεγεν αυτός) και να δούμε ποιος θα φέρει ποιους και ποιος θα παραμείνει εις την οικίαν.»

Ωσότου να μιλήσει τον παιδάριον, ο γερασμένος δύστροπος κηδεμών είχε από την πίσω πόρταν εξέλθει. Αθόρυβος κι ανύπαρκτος, ως έπρεπε. Δεν απαιτείτο κηδεμών. Το μικρόν, άρχιζεν να μεγαλώνει.

——————————————————————————————————————————————————————–

Ετούτος ο Τσίπρας – ο βλακωδώς κουμμουνίζων – είναι κεφάλαιον λαμπρόν δια την πολιτικήν της χώρας πορείαν. Εις τα σαρανταπέντε του θα έχει δεκαπέντε χρόνια εμπειρίας του παιχνιδιού. Θαρρώ πως, αν και λέγει κακά, τον στηρίζω έναντι κάθε πιθανού Αλαβάνου.

h1

Λαϊκαί εκδηλώσεις εις οχλοκρατικάς κοινωνίας

Αυγούστου 3, 2009

Ετούτοι οι ανθρώποι, ήσυχοι επί το πλείστον, ευσεβείς κατά τεκμήριον, μήτε πλούσιοι, ούτε και φτωχούληδες, βαδίσανε εξ’ ίσου την ανηφορικήν απόστασιν από τα πάρκινγκ των προσφάτως επιχορηγηθέντων οχημάτων των ως και τες ωρισμένες μαρμάρινές των θέσεις.

Ήρεμα και γλυκά, με ψίθυρους κι αστεία, με μνήμες λογαριασμών και αγχωδών της πόλης καταστάσεων ατένιζαν τον δύοντα ήλιο που κοκκίνιζε φεύγοντας την ατμοσφαίραν. Θρώσκωντες τα μάρμαρα τα οποία εταλαιπώρουν με την σκληρότητάν των τα οπίσθιά, εθνικόν μεγαλείον ανέπνεαν. Η των Περσών κατατρόπωσις θ’ αναπαρίσταντο εμπρός των.

Μετά πάμπολλα αιώνια λεπτά, βαρυθυμώντες κι ασυγκράτητοι, απογοητευθέντες από της ανοσίου (και πάντως βαρετού) τελετουργίας, έκρωζαν σεβασμίους γενικότητες.

«Φύγε από τη θυμέλη!», έκραξεν ανήμερα η κορυφαία του επικοίλου αυθόρμητου χορού, πιθανώς εκπλησσομένη από την αδιαφορίαν του Απόλλωνος Φοίβου ήτις σπανιώς άφηνε ατιμωρήτους τοιούτους υβριστάς, ωστόσο τούτον τον Καραθάνον εις το μαρμάρινον ιερόν σημείον ανεχόταν…!

«Άντε και γαμήσου!» απήντησεν αυτής εμμέτρως ο άρχων του έτερου ξεσπώντος ημιχορίου και γέλως διεχύθη εις τας κερκίδας καθώς και πέραν αυτών.

Ολίγα χιλιόμετρα (ή, επί το σεβασμιώτερον, στάδια) πιο κείθε, εις το μέρος απ’ όπου ήλθανε οι πλείστοι ετούτων των ανθρώπων, εν λογοκεκριμένον ταινιάκι έπαιζε επαναληπτικώς την ιστορίαν ενός εκβιασθέντος κειμηλίου… Εξίσου εθνικού ως ο πλούσιος των τραγικών πατέρων ημών λόγος!

Εις το λογοκριθέν απόσπασμα, πρόγονοι θρησκευτικοί – ίσως – και πολιτισμικοί των κραζώντων ημικορυφαίων, πρόσωπα και μέλη αγαλμάτων ιερών δια μερικούς και – πάντως – όμορφων και καλλιτεχνημένων πελεκούσαν, αποκαθιστώντες την αλήθειαν του Πατέρος ήτις, κατά τους πιστούς αυτού, εσκανδαλίζετο βλέπων αρχίδια και ετέρας αρχαιότητες κρεμάμενες.

Και, τί κρίμας! Οι σεβάσμιοι θεματοφύλακαι της ιεράς καταγωγής ημών κοντά δεν ήσαντο δια ν’ ανακράξουν εις τους προγόνους να μην πατούνε τα ιερά, μην τα κατακρημνίζουν ή, έστω, εις τους εθνοπροδότας κι ιεροσύλους ιερείς να κράξωσι:

«Άντε και γαμηθείτε!»…

Τούτην την ενοχήν, τούτη τη μοιραία ολιγάρκειαν του υστέρως μετανοήσαντος λαού επλήρωσεν ο κυρ Δημήτριος Γκότσεφ επροχθές εις το αργολικόν κοίλον.

Οι δε ανακράξαντες, και πλέον αποφορτισθέντες, ημικορυφαίοι θα εορτάσωσι την Παναγίαν ανήμερα οικογενειακώς ή, ίσως, και μετά προσκυνήματος σε πανηγυρίζοντα ναόν, εικάζω.

Δι’ αυτό πολεμήσανε, μάλλον…

h1

Θεάτρου σφράγισις (έργον δια έναν κομπάρσον)

Ιουλίου 13, 2009

Βαρέως έσυρε την εξώπορταν ο δημοτικός αστυνόμος. Βαρύθυμος και παραπονεμένος. Όλο τοιούτας ενεργείας τον διέταζαν να εκτελεί…
Οι δικαστικοί κλητήραι κι ο εισαγγελεύς που εσυνόδευε, ο αστυφύλαξ που παρίστατο παραδειγματικώς ήτο χαλαρότατοι, ως πάντοτε. Τους εζήλευσε ως εζήλευε κάθε αστυφύλακαν, κάθε κλητήραν και κάθε εισαγγελέαν που εκαλείτο να συνοδεύσει…
Η θύρα έκλεισε παταγωδώς. Ο κλητήρ μελέτησε το σχήμα των χειρολαβών ίνα αποτρέψει αναποτρέπτως τας θύρας από μελλοντικήν απόπειρα διάνοιξής.
Ο εισαγγελεύς, υπερόπτης της καταστάσεως εσημείωσε τα τυπικά κι ο αστυφύλαξ, με αξιοθαύμαστον αφοσίωση στο καθήκον, έξυσε την μύτην του.
Τους εζήλευσεν δια την ομαδόν ατάραχον στάσιν των. Ήτο, προφανώς, αντίθετος από την ιδικήν του.
Ο προβληματισμός του αναμεμειγμένος με ένα ασήκωτο συναίσθημα τον έκαμε δυστυχή. Έβγαλε το τζόκεϋ κι άφησε τον ήλιο να τον τιμωρεί με την ένταση των μεσημεριανών του ακτινών. Οι παραβρισκόμενοι ξεκίνησαν ν’ αποχωρούν: ο κλητήρ πρώτος και βιαστικός, κατόπιν ο αστυφύλαξ, ύστερα οι συγκεντρωθέντες περίεργοι και τέλος ο ανοικοδομήσας τον χώρον παραβάτης.
Ο εισαγγελεύς, μετά την αποχώρησιν όλων και ως να ενθυμήθει κάτι τις σημαντικόν, άφησε την υπεροψίαν του στο έδαφος και ρώτησε τον δημοτικόν αστυνομικόν:
- Τα είχε βγάλει τα ευπαθή από το ψυγείο;

Με όλην του την ταραχήν συγκεντρωμένην στο άκρον του άνω χείλους έγνευσε θετικώς ο αστυνομικώς. Ο εισαγγελεύς απεστράφη κι απομεκρύνθη προτού το χείλι σκάσει σε δάκρυον.
Τω όντι!
Τροφαί ή άλλα ευπαθή δεν αφέθησαν εντός του χώρου. Το ευπαθέστερον όλων ίστατο εκτός τού, έμπροσθεν της θύρας, δίχως προφύλαξην από τον σκληρόν ήλιον του Ιουλίου, αφημένος να δακρύζει ακόμη κι από τον – ξανά – υπερόπτην εισαγγελέαν.
Τί του θυμήθηκε;

Που κάποτες ονειρεύθηκε να ανεβαίνει στην σκηνήν και να μιλάει ωραία και τώρα, με θαμμένα όνειρα κάτω από πλούσια (για τις υπηρεσίες του) αμοιβή, βρέθη κρίκος στερνός μιας αδιαφόρου αλυσίδος, να κλείει δια παντός ενός θεάτρου την εξώπορτα.

Χωρίς σ’ αυτό ρόλον ποτές καλόν αυτός να παίξει.

h1

Πύγου πηγή ουρανία

Ιουλίου 9, 2009

Ο τρίτος όροφος είχε μετατραπεί σε υδατόπτωσιν. Πηγή οχλήσεως δια την εύρυθμον λειτουργίαν της μεσημβρινής ανάπαυσης.
Από την λίγην σκιάν του αντίκρυ πλατυσκάλου μου έγνευσαν οι αγαπητοί να προσεγγίσω θωρώντες με εξερχόμενον του υπογείου μου να βλασφημώ τους ουρανίους καταρράκτας οίτινες ετάραζαν την απογευματινή μου ψυχήν. Ύβριζα με περιφράσεις που σχολίαζαν το απών πνεύμα γειτονίας των ενοίκων του τρίτου ορόφου! Αυτών των – αγνώστων μου – κάφρων.
Διασχίζων τον σκαλώδη πεζοδρόμον βρήκα τους αγαπητούς μου μαθητάς να ανωθρώσκουν μειδιώντες ως ζαβολιάρηδες καλικαντζάροι. Έστρεψα το βλέμμα μου στην ίδιαν κατεύθυνση μετ’ αυτών.
Μια ισχυρή γαλήνη ξέπλυνε δροσιστικώς – ως υδατόπτωση – και διόρθωσε την ψυχική μου παρέκκλισιν… Η καθέτως γειτνιάζουσα νεαρή του τρίτου ορόφου – αμέριμνη και ελαφρώς μειδιούσα προς ημάς κλεφτά – κρατούσα λάστιχο ποτίσματος και σκούπα έπλενε το μπαλκονάκι της. Το ξέχειλο σορτσάκι, που απεκάλυπτε παρά έκρυβε, τράβηξε το βλέμμα από το γενικόν και το κατήυθυνε στην ωρισμένη θέση δια την οποία προορίζετο…

Είναι φαινόμενον παράξενο και ασυνάρτητον συνάμα, η επιρροή στον ψυχισμόν όπου ασκεί ο κώλος.

h1

Αποχέσαντες

Ιουλίου 8, 2009

Δηλώσαν πλείστοι ευήθεις, φερέλπιδες και σπουδαγμένοι «νέοι» την αγανάκτησίν των και την απέχθειαν προς την χώραν τούτην την οπισθοδρομούσαν και άτεγκτον, την γεροντοκρατούμενον και διαφθαρμένην, την γιομάτην ελλειπείς υπαλληλίσκους χρηματιζομένους κι ανεκπαιδεύτους «μπάτσους» φονικούς, εργοδότας βιτριόλιους και ρατσιστάς εργαζομένους, την χώραν την πλήρη αγραμμάτων κι ανεγκεφάλων, την κατοικουμένη από καταστρέφοντας το δομημένον και κατακαίοντας το δασώδες – ώστε κι εκείνο να δομήσωσι – περιβάλλον, την χειμαζομένην εκ κομπιναδόρων καταρτιζόμενων του ΟΑΕΔ και κρατικοδίαιτων οδοκλειόντων αγροτών.

Έκραξον οι υπαμοιβόμενοι νιοι και νιες. Έκλαυσαν τας σπουδάς αυτών, τους μόχθους των φροντιστηρίων και των βασανιστικών εξεταστικών. Δάκρυσαν επί μεταπτυχιακών τίτλων κι αφθόνων τεκμηριώσεων της γνώσης των. Επί των επτακοσίων των ευρών ουρλιάξαν κι επί του δυσπροσίτου εργασιακού παραδείσου των ονείρων των – του Δημοσίου του ΜηΠτωχαίνοντοςΠοτές κατά τας γονικάς ρήσεις τες συνοδεύουσες λεκτικούς οργασμούς περί της μοναδικότητος των απογόνων.

Κι οι απόγονοι, λοιπόν, έκραξαν. Έκλαυσαν. Δάκρυσαν. Ουρλιάξαν. Κι εισακούσθησαν!!! Αδικημένοι φιγουράρισαν στα πορτραίτα των Γενεών, με τα θλιμμένα των μούτρα να γιομίζουν ενοχάς τους αδικούντες!

Κι εκείνην την ωραίαν ηλιόφωτον Κυριακή, άλλος εις γάμον πήγεν, άλλος εις τριήμερον αναψυχήν, άλλος μετά φίλων εις φρεντοτσίνους παραλίας, άλλος εσκέφθη τας επιλογάς αυτού κι ούτε ένας δεν του έκαμνε (ως την πριγκηπέσσαν που ουδέναν μνηστήραν ήβρεν άξιον της μούνας της κι εν τέλει της δώκανε τον βρωμερόν ζητιάνον), άλλος ουδέν εσκέφθη καν μα ήξευρε – σοφά – πως ούλοι ίδιοι είναι…

Τούτοι οι φωνασκούντες γερονεανίες των δεκαοκτώ ως τριαντακάμποσο απήλαυσαν την Κυριακήν ετούτην, ως οφείλει να απολαμβάνει κανείς το δώρον των πατρικών αγώνων και την εορτήν των πατρικών επιλογών. Αφήκαν τους εορτάζοντας να επιλέξωσι αντ’ αυτών… Άλλωστε οι μπαμπάδες κι οι μαμάδες ξεύρουν να διαλέγωσι καλώς.

Η Δημοκρατία, φαίνεσθαι – κι εκτός των άλλων – είν’ πολίτευμα χειρωνακτικόν. Άλλως δεν ερμηνεύεται η αποχή των «νέων».

h1

Εκλογείς

Ιουνίου 8, 2009

Ως τες παλαιές γραίες γιαγιάδας, οίτινες μετά φακέλου στην ποδιάν προσφραγισθέντος εισέρχοντο εις το παραβάν, ούτως ωφείλωμε να στέλνουμε τους πατεράδες υμών στες κάλπες.

Εταΐσθησαν υπό ρητόρων και υπό λωποδυτών έτη πολλά και τούτο τους εστέρησεν την ικανότηταν ν’ αποσυνδέουν το παραβάν από την παράβασιν και την κάλπην από το κάλπικον. Εισέρχονται λοιπόν, υβρίζοντες και πτύοντες πολιτικάς τερατείας ως ο δικομματισμός και τα παράγωγά του κι εξέρχονται κατόπιν μετά χαράς που την πτύελόν τους επανασυνέλεξαν εις το – μετανοηθέν, πλέον – στόμα και κατήπιαν.

Επανεφευρίσκουν κατόπιν – και αναλόγως των τελικών αποτελεσμάτων – ιδεολογικές ταυτότητες, κοινωνικάς προκαταλήψεις και λοιπά αγαθά της Δημοκρατίας, η οποία με ακρίβειαν επιβάλλει την πλειοψηφούσαν επιθυμίαν.

Καημένοι μας πατέρες… Κρίμας την δυνατότηταν του εκλέγειν να μην την έχετε κάπως αγοράσει. Έχομεν πλέον διδαχθεί πώς σκλάβοι απελεύθεροι – ως ημείς οι Έλληναι – το τσάμπα δεν το εκτιμούμεν…

Ελλάς δημοκρατιζομένη.....

Ζήτω η Δημοκρατία, παππού Αριστοτέλη, κι όλα όσα σε τρόμαζαν σ’ αυτήν.

h1

Εσκοτώθη ο Αλέξανδρος (ή Gregory)…

Δεκεμβρίου 14, 2008

… ο Αλέξης με τον θειόν του τον Αλέκον, μοναχά τες φαντασιακάς των οργισθέντων ψήφους προσμετρώσι.

Κρίμας.

Η μετονομασία ως επανάστασις….. Έτσι ήλλαζαν ονόματα χωρίον επί δικτατορίας, θαρρώ.

Μέχρι και επικοινωνιακόν πίπιλισμα μου υποπτεύει η εξαναγκαζομένη τυχαίος συνωνυμία μετά του ενός. Φεύ! Συνομοσιολογώ ανοήτως!

h1

Επιτέλους…..

Δεκεμβρίου 11, 2008

…. ιδού εν κράτος υπεύθυνον να προστατεύει ημάς από το κράτος ημών.

h1

Παράξεναι φωναί….

Δεκεμβρίου 10, 2008

….μου ομιλούν εις τον ύπνον μου.

Επροχθές περιδιάβαινα την πόλιν μου κι αντίκρυζα αμέριμνους τους κάτοικους να πίνουν τον καϊφέ εις την Αγίου Νικολάου, (είς Τσίμπο και Ιντεάλ, δια τους γνώστας) με θαυμάσιον φόντο φλεγόμενα οδοφραγματικά απορρίματα.

Σήμερον, μακράν της πόλεώς μου – εις το κέντρον της χώρας ων – ήκουσα εις τους διαύλους πως οι ίδιοι οι ρωφώντες τον εσπρέσσον αντέκρουσαν το ερυθρόν φασισταριό με ομοίας μεθόδους και αρωγήν μαύρου φασισταριού.

Μπας και το είδα εις εφιάλτην;

h1

Κουκούλαι διάφαναι ….

Δεκεμβρίου 9, 2008

Κρατώντα άνθη θα πυρπολήσουν τας ψυχάς ημών. Και την αναπαυομένη του εκλειπόντος – ίσως.

Θα αγωνισθούν να κάμουν σύμβολον την νεότηταν. Γυμνά σε σκάλες των ναών της εξουσίας ημών.

Ημείς, ανόητοι δημιουργοί του κόσμου τούτου της οργής, θα είμεθα – κατά βάθος – τρομαγμένοι μη γίνει τίποτις κακό στ’ αθώα…

Ύστερα τούτα τα λόγια θα τα ειπεί κάποιος Βερύκιος ή Λαζόπουλος (το ίδιον κάνει) και τα αθώα θα υπάγουν στο σχολείον από Πέμπτην…

Ας ελπίσωμεν πως εις το μηχανογραφόμενόν των μέλλον, δεν θα μας περιλαμβάνουν παρά μόνον ως θλιβεράς σκιάς που με λόγους κενούς εγυρεύαμεν να καταλάβουμεν το – τάχατες πολιτικόν – βάρος μιας σφαίρας…