h1

Πύγου πηγή ουρανία

Ιουλίου 9, 2009

Ο τρίτος όροφος είχε μετατραπεί σε υδατόπτωσιν. Πηγή οχλήσεως δια την εύρυθμον λειτουργίαν της μεσημβρινής ανάπαυσης.
Από την λίγην σκιάν του αντίκρυ πλατυσκάλου μου έγνευσαν οι αγαπητοί να προσεγγίσω θωρώντες με εξερχόμενον του υπογείου μου να βλασφημώ τους ουρανίους καταρράκτας οίτινες ετάραζαν την απογευματινή μου ψυχήν. Ύβριζα με περιφράσεις που σχολίαζαν το απών πνεύμα γειτονίας των ενοίκων του τρίτου ορόφου! Αυτών των – αγνώστων μου – κάφρων.
Διασχίζων τον σκαλώδη πεζοδρόμον βρήκα τους αγαπητούς μου μαθητάς να ανωθρώσκουν μειδιώντες ως ζαβολιάρηδες καλικαντζάροι. Έστρεψα το βλέμμα μου στην ίδιαν κατεύθυνση μετ’ αυτών.
Μια ισχυρή γαλήνη ξέπλυνε δροσιστικώς – ως υδατόπτωση – και διόρθωσε την ψυχική μου παρέκκλισιν… Η καθέτως γειτνιάζουσα νεαρή του τρίτου ορόφου – αμέριμνη και ελαφρώς μειδιούσα προς ημάς κλεφτά – κρατούσα λάστιχο ποτίσματος και σκούπα έπλενε το μπαλκονάκι της. Το ξέχειλο σορτσάκι, που απεκάλυπτε παρά έκρυβε, τράβηξε το βλέμμα από το γενικόν και το κατήυθυνε στην ωρισμένη θέση δια την οποία προορίζετο…

Είναι φαινόμενον παράξενο και ασυνάρτητον συνάμα, η επιρροή στον ψυχισμόν όπου ασκεί ο κώλος.

h1

Αποχέσαντες

Ιουλίου 8, 2009

Δηλώσαν πλείστοι ευήθεις, φερέλπιδες και σπουδαγμένοι «νέοι» την αγανάκτησίν των και την απέχθειαν προς την χώραν τούτην την οπισθοδρομούσαν και άτεγκτον, την γεροντοκρατούμενον και διαφθαρμένην, την γιομάτην ελλειπείς υπαλληλίσκους χρηματιζομένους κι ανεκπαιδεύτους «μπάτσους» φονικούς, εργοδότας βιτριόλιους και ρατσιστάς εργαζομένους, την χώραν την πλήρη αγραμμάτων κι ανεγκεφάλων, την κατοικουμένη από καταστρέφοντας το δομημένον και κατακαίοντας το δασώδες – ώστε κι εκείνο να δομήσωσι – περιβάλλον, την χειμαζομένην εκ κομπιναδόρων καταρτιζόμενων του ΟΑΕΔ και κρατικοδίαιτων οδοκλειόντων αγροτών.

Έκραξον οι υπαμοιβόμενοι νιοι και νιες. Έκλαυσαν τας σπουδάς αυτών, τους μόχθους των φροντιστηρίων και των βασανιστικών εξεταστικών. Δάκρυσαν επί μεταπτυχιακών τίτλων κι αφθόνων τεκμηριώσεων της γνώσης των. Επί των επτακοσίων των ευρών ουρλιάξαν κι επί του δυσπροσίτου εργασιακού παραδείσου των ονείρων των – του Δημοσίου του ΜηΠτωχαίνοντοςΠοτές κατά τας γονικάς ρήσεις τες συνοδεύουσες λεκτικούς οργασμούς περί της μοναδικότητος των απογόνων.

Κι οι απόγονοι, λοιπόν, έκραξαν. Έκλαυσαν. Δάκρυσαν. Ουρλιάξαν. Κι εισακούσθησαν!!! Αδικημένοι φιγουράρισαν στα πορτραίτα των Γενεών, με τα θλιμμένα των μούτρα να γιομίζουν ενοχάς τους αδικούντες!

Κι εκείνην την ωραίαν ηλιόφωτον Κυριακή, άλλος εις γάμον πήγεν, άλλος εις τριήμερον αναψυχήν, άλλος μετά φίλων εις φρεντοτσίνους παραλίας, άλλος εσκέφθη τας επιλογάς αυτού κι ούτε ένας δεν του έκαμνε (ως την πριγκηπέσσαν που ουδέναν μνηστήραν ήβρεν άξιον της μούνας της κι εν τέλει της δώκανε τον βρωμερόν ζητιάνον), άλλος ουδέν εσκέφθη καν μα ήξευρε – σοφά – πως ούλοι ίδιοι είναι…

Τούτοι οι φωνασκούντες γερονεανίες των δεκαοκτώ ως τριαντακάμποσο απήλαυσαν την Κυριακήν ετούτην, ως οφείλει να απολαμβάνει κανείς το δώρον των πατρικών αγώνων και την εορτήν των πατρικών επιλογών. Αφήκαν τους εορτάζοντας να επιλέξωσι αντ’ αυτών… Άλλωστε οι μπαμπάδες κι οι μαμάδες ξεύρουν να διαλέγωσι καλώς.

Η Δημοκρατία, φαίνεσθαι – κι εκτός των άλλων – είν’ πολίτευμα χειρωνακτικόν. Άλλως δεν ερμηνεύεται η αποχή των «νέων».

h1

Εκλογείς

Ιουνίου 8, 2009

Ως τες παλαιές γραίες γιαγιάδας, οίτινες μετά φακέλου στην ποδιάν προσφραγισθέντος εισέρχοντο εις το παραβάν, ούτως ωφείλωμε να στέλνουμε τους πατεράδες υμών στες κάλπες.

Εταΐσθησαν υπό ρητόρων και υπό λωποδυτών έτη πολλά και τούτο τους εστέρησεν την ικανότηταν ν’ αποσυνδέουν το παραβάν από την παράβασιν και την κάλπην από το κάλπικον. Εισέρχονται λοιπόν, υβρίζοντες και πτύοντες πολιτικάς τερατείας ως ο δικομματισμός και τα παράγωγά του κι εξέρχονται κατόπιν μετά χαράς που την πτύελόν τους επανασυνέλεξαν εις το – μετανοηθέν, πλέον – στόμα και κατήπιαν.

Επανεφευρίσκουν κατόπιν – και αναλόγως των τελικών αποτελεσμάτων – ιδεολογικές ταυτότητες, κοινωνικάς προκαταλήψεις και λοιπά αγαθά της Δημοκρατίας, η οποία με ακρίβειαν επιβάλλει την πλειοψηφούσαν επιθυμίαν.

Καημένοι μας πατέρες… Κρίμας την δυνατότηταν του εκλέγειν να μην την έχετε κάπως αγοράσει. Έχομεν πλέον διδαχθεί πώς σκλάβοι απελεύθεροι – ως ημείς οι Έλληναι – το τσάμπα δεν το εκτιμούμεν…

Ελλάς δημοκρατιζομένη.....

Ζήτω η Δημοκρατία, παππού Αριστοτέλη, κι όλα όσα σε τρόμαζαν σ’ αυτήν.

h1

Εσκοτώθη ο Αλέξανδρος (ή Gregory)…

Δεκεμβρίου 14, 2008

… ο Αλέξης με τον θειόν του τον Αλέκον, μοναχά τες φαντασιακάς των οργισθέντων ψήφους προσμετρώσι.

Κρίμας.

Η μετονομασία ως επανάστασις….. Έτσι ήλλαζαν ονόματα χωρίον επί δικτατορίας, θαρρώ.

Μέχρι και επικοινωνιακόν πίπιλισμα μου υποπτεύει η εξαναγκαζομένη τυχαίος συνωνυμία μετά του ενός. Φεύ! Συνομοσιολογώ ανοήτως!

h1

Επιτέλους…..

Δεκεμβρίου 11, 2008

…. ιδού εν κράτος υπεύθυνον να προστατεύει ημάς από το κράτος ημών.

h1

Παράξεναι φωναί….

Δεκεμβρίου 10, 2008

….μου ομιλούν εις τον ύπνον μου.

Επροχθές περιδιάβαινα την πόλιν μου κι αντίκρυζα αμέριμνους τους κάτοικους να πίνουν τον καϊφέ εις την Αγίου Νικολάου, (είς Τσίμπο και Ιντεάλ, δια τους γνώστας) με θαυμάσιον φόντο φλεγόμενα οδοφραγματικά απορρίματα.

Σήμερον, μακράν της πόλεώς μου – εις το κέντρον της χώρας ων – ήκουσα εις τους διαύλους πως οι ίδιοι οι ρωφώντες τον εσπρέσσον αντέκρουσαν το ερυθρόν φασισταριό με ομοίας μεθόδους και αρωγήν μαύρου φασισταριού.

Μπας και το είδα εις εφιάλτην;

h1

Κουκούλαι διάφαναι ….

Δεκεμβρίου 9, 2008

Κρατώντα άνθη θα πυρπολήσουν τας ψυχάς ημών. Και την αναπαυομένη του εκλειπόντος – ίσως.

Θα αγωνισθούν να κάμουν σύμβολον την νεότηταν. Γυμνά σε σκάλες των ναών της εξουσίας ημών.

Ημείς, ανόητοι δημιουργοί του κόσμου τούτου της οργής, θα είμεθα – κατά βάθος – τρομαγμένοι μη γίνει τίποτις κακό στ’ αθώα…

Ύστερα τούτα τα λόγια θα τα ειπεί κάποιος Βερύκιος ή Λαζόπουλος (το ίδιον κάνει) και τα αθώα θα υπάγουν στο σχολείον από Πέμπτην…

Ας ελπίσωμεν πως εις το μηχανογραφόμενόν των μέλλον, δεν θα μας περιλαμβάνουν παρά μόνον ως θλιβεράς σκιάς που με λόγους κενούς εγυρεύαμεν να καταλάβουμεν το – τάχατες πολιτικόν – βάρος μιας σφαίρας…

h1

Νέον αίμα.

Δεκεμβρίου 7, 2008

Τρώγαμεν και πίναμεν. Δεν υπήρχε νέφος μεγαλύτερον της επερχομένης κρίσεως υπέρ των μασώντων γνάθων και των σκεπτομένων κεφαλών μας.

Λίγα χιλιόμετρα Ανατολικότερα – καμιά διακοσοπενηνταριά – έτρωγεν μια σφαίραν ένας μικρός. Και κάτι μεγαλύτεροι αρχίζαν να τονε κοστολογούν σε ψήφο και σε χρήμα… Και παραχρήμα επικοινώνησαν τες εκδοχές της αληθείας τους.

Κοίτα κάτι ευκαιρίες που χάνουμεν να εξαργυρωθούμε, οι καημένοι, εσκέφτηκα με την βαριά σκεπτόμενήν μου κεφαλή…

Αδιάφορος, εν τέλει, δια τη μανούλα του παιδιού και τα παιδιά του μπάτσου(;).

h1

Εμπρησταί ΙΙ

Σεπτεμβρίου 24, 2008

Εσυνάχθησαν οι χρυσοί συνταξιούχοι – πάντα τούτη η περίλαμπρος χώρα τα γηρατειά ετιμούσεν και τους αποκατεστημένους ανεγνώριζε – και επέτρεψαν εις τον μικρούτσικον όλων των να κάμνει διάφορες φιοριτούρας εις μνήμην των απανθρακωμένων πευκοβελόνων παρουσία του ιερού ΜητροΠάνα.

Έρευσε υποκρισία περιττός και τάχα μου, της γενεάς των χρυσοφόρων καταπατήσεων, του σπιτιού του εργάτου, του εξοχικού του και της λοιπής περιουσίας περί την οποίαν σοσιάλισαν είκοσι τόσα έτη πίσω. Εικάζω πως, άμα το τέλος της οικολογικής ευαισθητοποιήσεως, επιβιβάσθησαν το ολιγότερον εις περικαλή SUV και διοχέτευσαν το λίγον διοξείδιο που αντιστοιχεί εις τους ματωμένους των αγώνας. Πιθανότατα εδείπνησαν εις πολυτελές ταβερνείον.

Έκραξαν, όμως πριν αποχωρήσουν από την πίσταν, την επιμνημόσυνον στον κάλλιστον μακαριστόν εκπρόσωπον του αντιπάλου αυτών δέους˙ της επαράτου Δεξιάς. «Εθνική Ελλάδος, γειά σου» ετραγούδησεν ο μέγιστος του μικρούτσικου- που κλαίγω από ανάτασην όταν ακούγω το βρώμικον ψωμί του – θυμίζοντας υποδοχές εκλαμπροτάτους προ τετραετίαν. Όταν το ιερόν ημών γονίδιον δεν είχεν απωλέσει την αρχαία αίγλην, ούτε τας θεϊκάς καταβολάς των εκλεκτών που προσωρινώς εξηγόρασε και μετέτρεψεν παραχρήμα εις οικοδομικήν εργολαβίαν.

Καμιά χιλιάδα βήματα πιο κάτω, ίσως, έκαμνε αμέριμνος τες ορθοπεταλιές του ο μαραβέγιος ποδηλάτης. Όταν κι αυτός θα εξηνταρέψει θα τόνε προσκαλούνε να θρηνήσει ό, τι θα καταστράφηκεν από την γενεά μας…

h1

Διαθήκαι.

Σεπτεμβρίου 22, 2008

Ο μικρός ήτο ανέκαθεν τ’ αποπαίδι της οικογενείας.

Ουδεμία γονική ελπίς εβασίσθη ποτέ επ’ αυτού. Τουναντίον, αποτελούσε διαρκήν σάκκον πυγμαχίας των γονικών απογοητεύσεων (γεννημάτων της ανυπάρκτου οικονομίας των, ίσως…) και μόνιμα συγκρινόμενος ανεπαρκής ως προς τον εξάδελφόν του που όλα τά ‘καμνε ορθά και πρόβλέψιμα.

Διάφοραι ταραχαί του προσωπικού του βίου, ερωτικής κυρίως φύσεως, τον εξυπνούσαν και τον ωρίμαζαν με μια ταχύτηταν διάφορον του εξαδέλφου, όστις εκάλπαζε προς καριέραν, οικονομικήν ευκατάστασιν και οικογενειακήν ολοκλήρωσιν εν τέλει.

Οι γονικαί γκρίνιαι, ο εξευτελισμός, το αίσθημα της κατωτερώτητος και ούλες οι συνέπειες της ασημαντότητός του εξανεμίσθησαν εις μια στιγμήν. Τότες που άνοιξεν η διαθήκη του κοινού παππού των δύο εξαδέλφων.

Ο τελευταίος ήλθε πρώτος. Ηγαπήθη, κατέστη κύριος της ζωής αυτού.

Έτσι εμοίραζαν τότες οι νεκροί. Εις τον καθένα αναλόγως των αναγκών…